112 αποτελέσματα για «統»

統合デジタル放送サービス とうごうデジタルほうそうサービス

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωμένες ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, ISDB, ιαπωνικό πρότυπο για την ψηφιακή τηλεόραση και το ραδιόφωνο, το οποίο χρησιμοποιείται επίσης ευρέως στη Νότια Αμερική
統一金融機関コード とういつきんゆうきかんコード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός τράπεζας της Ένωσης Ιαπωνικών Τραπεζών (τετραψήφιος αριθμός δρομολόγησης)
統理 とうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διοίκηση (υποθέσεων κ.λπ.), προεδρία, έλεγχος, διαχείριση
統括部 とうかつぶ

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρησιακή μονάδα, τμήμα εποπτείας, τμήμα ελέγχου
統合失調症患者 とうごうしっちょうしょうかんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενής με σχιζοφρένεια, άτομο με σχιζοφρένεια, σχιζοφρενής
統合失調感情障害 とうごうしっちょうかんじょうしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 σχιζοσυναισθηματική διαταραχή
精神疾患の診断・統計マニュアル せいしんしっかんのしんだんとうけいマニュアル

ουσιαστικό

  1. 01 Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, DSM
精神障害の診断・統計マニュアル せいしんしょうがいのしんだんとうけいマニュアル

ουσιαστικό

  1. 01 διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών, DSM
統一 とういつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 ενοποίηση
  2. 02 Εκκλησία της Ενοποίησης (συντ.), Ιερή Πνευματική Ένωση για την Ενοποίηση του Παγκόσμιου Χριστιανισμού
統計数理研究所 とうけいすうりけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Στατιστικών Μαθηματικών (Μινάτο, Τόκιο)
統一省 とういつぶ

ουσιαστικό

  1. 01 Υπουργείο Ενοποίησης (Νότια Κορέα)
  1. 01 συνολικός
  2. 02 σχέση
  3. 03 κυρίαρχος
  4. 04 κυβερνών