305 αποτελέσματα για «行»

行かずに済む いかずにすむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 δεν χρειάζεται να πάω, αποφεύγω την ανάγκη μετάβασης
行動様式 こうどうようしき

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο συμπεριφοράς
行動制限 こうどうせいげん

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμοί κίνησης, περιορισμοί συμπεριφοράς
行間を読む ぎょうかんをよむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές
行動規範 こうどうきはん

ουσιαστικό

  1. 01 κώδικας δεοντολογίας, κανόνες συμπεριφοράς, ηθικός κώδικας, κουλτούρα (ενός οργανισμού)
行政区 ぎょうせいく

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική περιφέρεια
  2. 02 τομέας, διοικητικό διαμέρισμα
行数 ぎょうすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός γραμμών, πλήθος σειρών
行きそびれる いきそびれる

ρήμα

  1. 01 χάνω την ευκαιρία να πάω, αποτυγχάνω να πάω
行儀よくする ぎょうぎよくする

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι καλά, τηρώ τους κανόνες ευγενείας
行動半径 こうどうはんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ακτίνα δράσης, ακτίνα πολεμικής δράσης
  2. 02 πεδίο δραστηριότητας, εύρος δραστηριότητας
行かず後家 いかずごけ

ουσιαστικό

  1. 01 γεροντοκόρη
行宮 あんぐう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή διαμονή χτισμένη για να φιλοξενήσει αυτοκρατορική επίσκεψη
行楽日和 こうらくびより

ουσιαστικό

  1. 01 ιδανικός καιρός για εκδρομή
行政書士 ぎょうせいしょし

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητικός γραφέας, συμβολαιογράφος, νομικός παραστάτης με προσόντα για τη σύνταξη νομικών εγγράφων σχετικά με διοικητικά θέματα, π.χ. μετανάστευση
行政権 ぎょうせいけん

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστική εξουσία, διοικητική αρμοδιότητα
行き暮れる ゆきくれる

ρήμα

  1. 01 πέφτει το σκοτάδι κατά τη διάρκεια της διαδρομής
行動主義 こうどうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριφορισμός
  2. 02 ακτιβισμός
行き道 ゆきみち

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή (όταν πηγαίνεις κάπου), δρόμος (για να φτάσεις κάπου)
行き所 いきどころ

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός, τόπος μετάβασης
行政組織 ぎょうせいそしき

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική οργάνωση