155 αποτελέσματα για «解»

解式 かいしき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λύση
解凍ソフト かいとうソフト

ουσιαστικό

  1. 01 λογισμικό αποσυμπίεσης αρχείων
解散説 かいさんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη περί διάλυσης
解放の神学 かいほうのしんがく

ουσιαστικό

  1. 01 θεολογία της απελευθέρωσης
解結 かいけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποζεύξη (συνήθως βαγονιών από τρένο)
解釈改憲 かいしゃくかいけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιφέρω ντε φάκτο συνταγματικές αλλαγές μέσω δημιουργικής ερμηνείας του υφιστάμενου συντάγματος, επανερμηνεία του συντάγματος
解氷期 かいひょうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος τήξης των πάγων, ανοιξιάτικο λιώσιμο των πάγων
解体工法 かいたいこうほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος κατεδάφισης, τρόπος αποσυναρμολόγησης
解離腔 かいりくう

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής αυλός (στην περίπτωση διαχωρισμού αγγείου)
解析器 かいせきき

ουσιαστικό

  1. 01 αναλυτής
解止 かいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τερματισμός, διακοπή
解れ ほつれ

ουσιαστικό

  1. 01 ξέφτισμα, ξεφτισμένο σημείο
解集合 かいしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο λύσεων
解析性 かいせきせい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλυτικότητα
解組 かいそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση οργανισμού
解ごす ほごす

ρήμα

  1. 01 ξετυλίγω, λύνω
解けない とけない

επίθετο

  1. 01 άλυτος, μη επιλύσιμος
解き櫛 ときぐし

ουσιαστικό

  1. 01 χτένα με αραιά δόντια
解け合い とけあい

ουσιαστικό

  1. 01 εκκαθάριση μέσω συμβιβασμού
解離熱 かいりねつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμότητα διάσπασης