1588 αποτελέσματα για «一»

一般用医薬品 いっぱんよういやくひん

ουσιαστικό

  1. 01 μη συνταγογραφούμενο φάρμακο, φάρμακο ελεύθερης πώλησης
一路順風 いちろじゅんぷう

ουσιαστικό

  1. 01 ιστιοπλοΐα με τον άνεμο στην πρύμνη, όλα πηγαίνουν καλά
一時払い いちじばらい

ουσιαστικό

  1. 01 εφάπαξ πληρωμή, καταβολή με τη μία
一次構造 いちじこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοταγής δομή (π.χ. μιας πρωτεΐνης)
一寸宜しい ちょっとよろしい

επιφώνημα

  1. 01 έχετε λίγο χρόνο (για να μιλήσουμε);, έχετε μια στιγμή (για να μιλήσουμε);
一昨々夜 いっさくさくや

ουσιαστικό

  1. 01 προτριτοχθές το βράδυ
一次キャッシュ いちじキャッシュ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτογενής μνήμη cache, μνήμη cache επιπέδου 1
一唱三嘆 いっしょうさんたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 η ανάγνωση ενός ποιήματος που αφήνει τον αναγνώστη με ακατάπαυστους αναστεναγμούς θαυμασμού
一眠 いちみん

ουσιαστικό

  1. 01 ο πρώτος ύπνος (των μεταξοσκωλήκων)
一の糸 いちのいと

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη χορδή (του σαμισέν κ.ά.)
一夜造り いちやづくり

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευασμένος μέσα σε μια νύχτα, πρόχειρος, βιαστικά γραμμένος
一読三嘆 いちどくさんたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση που προκαλεί συνεχείς αναστεναγμούς θαυμασμού
一夜飾り いちやかざり

ουσιαστικό

  1. 01 διακόσμηση που τοποθετείται στο πρωτοχρονιάτικο πεύκο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς
一路平安 いちろへいあん

ουσιαστικό

  1. 01 καλό ταξίδι
一段活用 いちだんかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση ρημάτων τύπου ιτσιγιτάν
一刻み ひときざみ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος, άριστης ποιότητας
一生面 いちせいめん

ουσιαστικό

  1. 01 καινοτομία, νέα προοπτική, νέο πεδίο
一本眉 いっぽんまゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ενωμένα φρύδια
一般意味論 いっぱんいみろん

ουσιαστικό

  1. 01 γενική σημασιολογία
一寸逃れ いっすんのがれ

ουσιαστικό

  1. 01 σοφιστεία, υπεκφυγή