154 αποτελέσματα για «別»
別れさせ屋 わかれさせや
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματίας που αναλαμβάνει τον τερματισμό ερωτικών σχέσεων
別形 べっけい
ουσιαστικό
- 01 άλλη μορφή (χαρακτήρα)
別納 べつのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεχωριστή πληρωμή
- 02 ξεχωριστή παράδοση
別途支出 べっとししゅつ
ουσιαστικό
- 01 ειδική δαπάνη
別垢 べつアカ
ουσιαστικό
- 01 εναλλακτικός λογαριασμός (σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.ά.), ξεχωριστός λογαριασμός, δευτερεύων λογαριασμός
別剌敦那 ベラドンナ
ουσιαστικό
- 01 μπελαντόνα (atropa belladonna), εύζωμος
別使 べっし
ουσιαστικό
- 01 ειδικός απεσταλμένος, έτερος αγγελιαφόρος
別言すれば べつげんすれば
άλλο
- 01 με άλλα λόγια
別戸 べっこ
ουσιαστικό
- 01 ξεχωριστό σπίτι
別趣 べっしゅ
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερο ενδιαφέρον
別除権 べつじょけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης (σε πτώχευση)
別配達 べつはいたつ
ουσιαστικό
- 01 ειδική παράδοση
別報 べっぽう
ουσιαστικό
- 01 άλλο ρεπορτάζ, συμπληρωματική αναφορά
別途積立金 べっとつみたてきん
ουσιαστικό
- 01 ειδικό αποθεματικό, έκτακτο αποθεματικό κεφάλαιο
別途預金 べっとよきん
ουσιαστικό
- 01 ειδική κατάθεση
別れ会 わかれかい
ουσιαστικό
- 01 αποχαιρετιστήριο πάρτι
別格官幣社 べっかくかんぺいしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικό ιερό ειδικής θέσης (που λαμβάνει κάποια υποστήριξη από το τμήμα της αυτοκρατορικής αυλής)
別れさせる わかれさせる
ρήμα
- 01 διαλύω μια σχέση
別電 べつでん
ουσιαστικό
- 01 ξεχωριστό τηλεγράφημα
- 02 άλλο τηλεγράφημα
別掲 べっけい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσιάζω ξεχωριστά, παραπέμπω αλλού