257 αποτελέσματα για «学»
学制 がくせい
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό σύστημα ή σχολικό σύστημα
学術雑誌 がくじゅつざっし
ουσιαστικό
- 01 ακαδημαϊκό περιοδικό, επιστημονικό περιοδικό
学歴社会 がくれきしゃかい
ουσιαστικό
- 01 κοινωνία της ακαδημαϊκής αξιοκρατίας, κοινωνία με έμφαση στα πτυχία, κοινωνία που δίνει (υπερβολική) βαρύτητα στους τίτλους σπουδών
学を修める がくをおさめる
άλλο, ρήμα
- 01 επιδιώκω τη γνώση (τις σπουδές μου)
学務 がくむ
ουσιαστικό
- 01 σχολικά θέματα
学校裏サイト がっこううらサイト
ουσιαστικό
- 01 ανεπίσημος ιστότοπος ή διαδικτυακός πίνακας μηνυμάτων ενός σχολείου, όπου οι μαθητές συνήθως ανταλλάσσουν πληροφορίες για τεστ, ασκούν διαδικτυακό εκφοβισμό κ.ά.
学会誌 がっかいし
ουσιαστικό
- 01 επιστημονικό περιοδικό
学術会議 がくじゅつかいぎ
ουσιαστικό
- 01 Επιστημονικό Συμβούλιο της Ιαπωνίας
学習法 がくしゅうほう
άλλο
- 01 τρόπος μάθησης, τρόπος μελέτης, τρόπος εμπέδωσης
学校図書館 がっこうとしょかん
ουσιαστικό
- 01 σχολική βιβλιοθήκη
学習指導要領 がくしゅうしどうようりょう
ουσιαστικό
- 01 κρατικές οδηγίες διδασκαλίας (αναλυτικό πρόγραμμα)
学者ぶる がくしゃぶる
άλλο, ρήμα
- 01 υποκρίνομαι τον λόγιο, επιδεικνύω αλαζονικά τις γνώσεις μου
学力低下 がくりょくていか
ουσιαστικό
- 01 πτώση της μαθητικής επίδοσης, μείωση της ακαδημαϊκής ικανότητας
学監 がっかん
ουσιαστικό
- 01 κοσμήτορας
学習プログラム がくしゅうプログラム
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα μάθησης, ψηφιακό εκπαιδευτικό βοήθημα
学問の徒 がくもんのと
ουσιαστικό
- 01 λόγιος, σπουδαστής
学生帽 がくせいぼう
ουσιαστικό
- 01 μαθητικό πηλήκιο
学術用語 がくじゅつようご
ουσιαστικό
- 01 ακαδημαϊκός όρος, τεχνικός όρος
学生自治会 がくせいじちかい
ουσιαστικό
- 01 φοιτητική ένωση, φοιτητικό συμβούλιο
学務課 がくむか
ουσιαστικό
- 01 τμήμα ακαδημαϊκών υποθέσεων