171 αποτελέσματα για «旧»

旧址 きゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικά ερείπια, απομεινάρια, ιστορικός τόπος
旧石器文化 きゅうせっきぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιολιθικός πολιτισμός
旧君 きゅうくん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην άρχοντας
旧帝国大学 きゅうていこくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο
旧債 きゅうさい

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιό χρέος
旧套墨守 きゅうとうぼくしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκόλληση σε παλιές συνήθειες, εμμονή σε παλιές παραδόσεις
旧詠 きゅうえい

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιά ποιήματα, αρχαία άσματα
旧株 きゅうかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιές μετοχές, προηγουμένως εκδοθείσες μετοχές
旧刊 きゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιότερο τεύχος, παλιά έκδοση
旧勘定 きゅうかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλιός λογαριασμός
旧官 きゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην κυβερνητικός αξιωματούχος
旧規 きゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 παλιοί κανονισμοί
旧形式 きゅうけいしき

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά δομή
旧故 きゅうこ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαιότητα, παλιός γνώριμος
旧号 きゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 παλιό όνομα
  2. 02 παλιό τεύχος
旧恨 きゅうこん

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά έχθρα
旧妻 きゅうさい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην σύζυγος
旧章 きゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιοί νόμοι
旧新約全書 きゅうしんやくぜんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Παλαιά και Καινή Διαθήκη
旧俗 きゅうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιά έθιμα, παρωχημένες συνήθειες