418 αποτελέσματα για «有»

有心 うしん

ουσιαστικό

  1. 01 διάκριση, ιστορική σχολή ποιητικής σκέψης
  2. 02 προσκόλληση, περισπασμοί
有責 ゆうせき

ουσιαστικό

  1. 01 υπαιτιότητα, ευθύνη, καταλογισμός
有為 うい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής μεταβολή που προκαλείται από το κάρμα, μεταπτώσεις της ζωής, το δημιούργημα
有効需要 ゆうこうじゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός ζήτηση
有性生殖 ゆうせいせいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 εγγενής αναπαραγωγή, σύζευξη γαμετών, γαμογένεση
有害図書 ゆうがいとしょ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβλαβές έντυπο, επιβλαβές βιβλίο, επιβλαβές αναγνωστικό υλικό
有料駐車場 ゆうりょうちゅうしゃじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος στάθμευσης με χρέωση, ελεγχόμενος χώρος στάθμευσης
有人探査 ゆうじんたんさ

ουσιαστικό

  1. 01 επανδρωμένη αποστολή (π.χ. διαστημικό όχημα)
有料道路 ゆうりょうどうろ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκινητόδρομος με διόδια
有司 ゆうし

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος λειτουργός, κυβερνητικός αξιωματούχος
有り気 ありげ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 που φαίνεται να έχει, που δείχνει να είναι
有り無し ありなし

ουσιαστικό

  1. 01 ύπαρξη ή ανυπαρξία, παρουσία ή απουσία
  2. 02 συγκατάθεση ή άρνηση, ναι ή όχι
有色 ゆうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 έγχρωμος (για επιδερμίδα)
  2. 02 χρωματιστός, έγχρωμος
有機化学 ゆうきかがく

ουσιαστικό

  1. 01 οργανική χημεία
有線通信 ゆうせんつうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ενσύρματη επικοινωνία
有機溶剤 ゆうきようざい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικός διαλύτης
有らぬ あらぬ

άλλο

  1. 01 λανθασμένος, αβάσιμος, ψευδής, απρεπής
  2. 02 διαφορετικός, ξεχωριστός, άσχετος
  3. 03 απρόσμενος, εκπληκτικός
有期 ゆうき

ουσιαστικό

  1. 01 ορισμένος (για μια χρονική περίοδο ή διάρκεια)
有印 ゆういん

ουσιαστικό

  1. 01 υπογεγραμμένος, σφραγισμένος, έχων υπογραφή ή σφραγίδα
有形文化財 ゆうけいぶんかざい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικά πολιτιστικά αγαθά