183 αποτελέσματα για «男»

男食い おとこくい

ουσιαστικό

  1. 01 μοιραία γυναίκα, γυναίκα που χρησιμοποιεί τους άνδρες, άντρας-φαγάς
男自慢 おとこじまん

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρική καυχησιολογία, ανδρική έπαρση
  2. 02 καυχησιολογία για τον σύζυγο ή τον (άνδρα) εραστή κάποιου
男性型脱毛症 だんせいがただつもうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρογενετική αλωπεκία, ανδρική τριχόπτωση
男結び おとこむすび

ουσιαστικό

  1. 01 ορθογώνιος κόμπος (που ξεκινά με θηλιά προς τα δεξιά), διπλός κόμπος, κόμπος με θηλιά, κόμπος γριάς
男帯 おとこおび

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρική ζώνη για κιμονό, ανδρικό ομπί
男女格差 だんじょかくさ

ουσιαστικό

  1. 01 χάσμα μεταξύ των φύλων, διαφορά ανδρών-γυναικών
男舞 おとこまい

ουσιαστικό

  1. 01 χορός όπου μια γυναίκα χορεύτρια μεταμφιέζεται σε άνδρα (από την ύστερη περίοδο Χεϊάν έως την πρώιμη περίοδο Καμακούρα)
  2. 02 χορός νο που εκτελείται από άνδρα χωρίς προσωπείο
男腹 おとこばら

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που έχει γεννήσει μόνο άρρενα παιδιά
男方 おとこがた

ουσιαστικό

  1. 01 οτοκογκάτα, ανδρικός ρόλος στο καμπούκι, ηθοποιός του καμπούκι που ειδικεύεται σε ανδρικούς ρόλους
  2. 02 αρσενικός σύντροφος (σε μια σχέση)
男性本位 だんせいほんい

ουσιαστικό

  1. 01 ανδροκεντρικός, ανδροκεντρισμός
男子便 だんしべん

ουσιαστικό

  1. 01 ουρητήριο, ανδρική τουαλέτα
男波 おなみ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο κύμα (όταν υπάρχουν πολλαπλά κύματα), ισχυρότερο κύμα
男性雑誌 だんせいざっし

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρικό περιοδικό
男囚 だんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 άνδρας κατάδικος, άνδρας φυλακισμένος
男女共同参画社会 だんじょきょうどうさんかくしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία ισότητας των φύλων
男木 おぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρσενικό φυτό (ιδιαίτερα ξυλώδες), ανδροοικία
  2. 02 προεξέχον μέρος ξύλινης σύνδεσης (στις κατασκευές)
男性差別 だんせいさべつ

ουσιαστικό

  1. 01 διάκριση εις βάρος των ανδρών, μισανδρία
男根期 だんこんき

ουσιαστικό

  1. 01 φαλλικό στάδιο
男バレ だんバレ

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρική πετοσφαίριση, αγορίστικη πετοσφαίριση
男任せ おとこまかせ

ουσιαστικό

  1. 01 αναθέτω κάτι στον σύντροφό μου (π.χ. σύζυγο, φίλο, κ.λπ.)