459 αποτελέσματα για «神»
神聖ローマ帝国 しんせいローマていこく
ουσιαστικό
- 01 Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (800-1806)
神経伝達物質 しんけいでんたつぶっしつ
ουσιαστικό
- 01 νευροδιαβιβαστής
神変 しんぺん
ουσιαστικό
- 01 θαύμα
神経性 しんけいせい
ουσιαστικό
- 01 νευρικός, νευρικής φύσης, νευρογενής
神の視点 かみのしてん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 παντογνωστική οπτική γωνία (στην αφήγηση)
神権 しんけん
ουσιαστικό
- 01 θεϊκό δικαίωμα (π.χ. των βασιλέων)
神経ガス しんけいガス
ουσιαστικό
- 01 νευροπαραλυτικό αέριο, νευροτοξικός παράγοντας
神聖化 しんせいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγιασμός, καθιέρωση
神祇 じんぎ
ουσιαστικό
- 01 οι θεοί του ουρανού και της γης
神様仏様 かみさまほとけさま
ουσιαστικό
- 01 θεός και βούδας, θεοί και βούδες, ο φύλακας άγγελός κάποιου
神授 しんじゅ
ουσιαστικό
- 01 θεϊκό δώρο
神宝 しんぽう
ουσιαστικό
- 01 ιερός θησαυρός
神経網 しんけいもう
ουσιαστικό
- 01 νευρωνικό δίκτυο, νευρικό κύκλωμα, νευρικό πλέγμα
神回 かみかい
ουσιαστικό
- 01 κορυφαίο επεισόδιο (π.χ. μιας τηλεοπτικής σειράς)
神楽殿 かぐらでん
ουσιαστικό
- 01 καγκουραντέν (κτήριο σε ιερό), σκηνή ιερών χορών
神秘学 しんぴがく
ουσιαστικό
- 01 αποκρυφισμός (δυτικός)
神戸牛 こうべぎゅう
ουσιαστικό
- 01 μοσχάρι Κόμπε
- 02 βοοειδή Κόμπε
神聖文字 しんせいもじ
ουσιαστικό
- 01 ιερογλυφικό
神経組織 しんけいそしき
ουσιαστικό
- 01 νευρικός ιστός
神を敬う かみをうやまう
άλλο, ρήμα
- 01 σέβομαι τον Θεό