287 αποτελέσματα για «精»

精子バンク せいしバンク

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα σπέρματος, κρυοτράπεζα
精神科病院 せいしんかびょういん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχιατρικό νοσοκομείο
精錬所 せいれんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 διυλιστήριο, χυτήριο
精神医学者 せいしんいがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχίατρος
精神障害者 せいしんしょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με ψυχική διαταραχή, άτομο με ψυχική νόσο
精神主義者 せいしんしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματιστής
精神病医 せいしんびょうい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχίατρος, ειδικός ψυχικής υγείας
精神神経 せいしんしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχονευρικός
  2. 02 ψυχονευρωτικός
精米機 せいまいき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα αποφλοίωσης ρυζιού, μηχάνημα στίλβωσης ρυζιού, μηχάνημα καθαρισμού ρυζιού, μύλος ρυζιού
精密科学 せいみつかがく

ουσιαστικό

  1. 01 ακριβείς επιστήμες
精密加工 せいみつかこう

ουσιαστικό

  1. 01 σειμίτσου κακό, κατεργασία ακριβείας, κοπή ακριβείας
精神的指導者 せいしんてきしどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικός καθοδηγητής
精神風土 せいしんふうど

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικό κλίμα
精液量 せいえきりょう

ουσιαστικό

  1. 01 όγκος εκσπερμάτισης, όγκος σπέρματος
精霊流し しょうりょうながし

ουσιαστικό

  1. 01 πλωτά φανάρια ή προσφορές για τα πνεύματα των νεκρών
精飲 せいいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάποση σπέρματος, κατάποση σπερματικού υγρού
精神薄弱 せいしんはくじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 νοητική καθυστέρηση, πνευματική ανεπάρκεια
精励恪勤 せいれいかっきん

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 επιμέλεια, ευσυνείδητη ενασχόληση με τις σπουδές ή τα καθήκοντα κάποιου
精粗 せいそ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτότητα ή τραχύτητα, λεπτομέρεια ή αδρότητα
精魂を込める せいこんをこめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφιερώνομαι ψυχή τε και σώματι σε κάτι, δίνω όλο μου το είναι για κάτι