せいれいかっきん

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιμέλεια, ευσυνείδητη ενασχόληση με τις σπουδές ή τα καθήκοντα κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
精励恪勤する
Παρόν (ευγενικό)
精励恪勤します
Άρνηση (απλή)
精励恪勤しない
Άρνηση (ευγενική)
精励恪勤しません
Παρελθόν (απλό)
精励恪勤した
Παρελθόν (ευγενικό)
精励恪勤しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
精励恪勤しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
精励恪勤しませんでした
Τε-μορφή
精励恪勤して
Δυνητική
精励恪勤できる
Προστακτική
精励恪勤しろ
Βουλητική
精励恪勤しよう
Υποθετική (ば)
精励恪勤すれば