142 αποτελέσματα για «読»

読み出し専用メモリ よみだしせんようメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη μόνο για ανάγνωση, ROM
読み出し端末 よみだしたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικό ανάγνωσης
読み出し保護 よみだしほご

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία ανάγνωσης
読取りサイクル時間 よみとりサイクルじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος κύκλου ανάγνωσης
読み取りヘッド よみとりヘッド

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλή ανάγνωσης (ταινίας, δίσκου, κ.λπ.)
読取り書込みサイクル時間 よみとりかきこみサイクルじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος κύκλου ανάγνωσης-εγγραφής
読取り書込みスロット よみとりかきこみスロット

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχή ανάγνωσης-εγγραφής, άνοιγμα ανάγνωσης-εγγραφής
読取り書込みヘッド よみとりかきこみヘッド

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλή ανάγνωσης-εγγραφής
読取り書込み開口部 よみとりかきこみかいこうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχή ανάγνωσης-εγγραφής, άνοιγμα ανάγνωσης-εγγραφής
読取り書込み記憶装置 よみとりかきこみきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη τυχαίας προσπέλασης
読取り専用ファイルシステム よみとりせんようファイルシステム

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα αρχείων μόνο για ανάγνωση
読取り専用記憶装置 よみとりせんようきおくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 μνήμη μόνο για ανάγνωση, ROM
読取り通路 よみとりつうろ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή ανάγνωσης
読取り部 よみとりぶ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός ανάγνωσης
読み書きベース よみかきベース

ουσιαστικό

  1. 01 βάση ανάγνωσης-εγγραφής
読書百遍意自ずから通ず どくしょひゃっぺんいおのずからつうず

άλλο

  1. 01 η επανειλημμένη ανάγνωση καθιστά το νόημα σαφές, διάβασε ένα δύσκολο βιβλίο εκατό φορές
読みカルタ よみカルタ

ουσιαστικό

  1. 01 γιόμι καρούτα (παιχνίδι με κάρτες)
読みこなす よみこなす

ρήμα

  1. 01 αφομοιώνω το περιεχόμενο ενός βιβλίου, κατανοώ σε βάθος
読める よめる

ρήμα

  1. 01 μπορώ να διαβάσω, είμαι ευανάγνωστος, είμαι αποκρυπτογραφήσιμος
  2. 02 είμαι ευανάγνωστος (για κείμενο κ.λπ.), διαβάζομαι εύκολα
  3. 03 καταλαβαίνω, διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, διαβλέπω
読み聞かせ よみきかせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση (ενός βιβλίου) δυνατά, ανάγνωση (σε παιδιά)