179 αποτελέσματα για «転»

転送時間 てんそうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος μεταφοράς, χρόνος μετάδοσης
転轍 てんてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή τροχιάς, μετακίνηση σιδηροδρομικού οχήματος σε άλλη γραμμή
転折 てんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή πορείας (ιδίως πλοίου), στροφή
  2. 02 κίνηση του πινέλου όπου μια οριζόντια γραμμή στρίβει απότομα προς τα κάτω (στην καλλιγραφία)
転補 てんぽ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάθεση σε άλλη θέση (κυβερνητική)
転句 てんく

ουσιαστικό

  1. 01 στροφή ή μεταβολή στο περιεχόμενο ενός κειμένου
転石苔を生ぜず てんせきこけをしょうぜず

άλλο

  1. 01 η πέτρα που κυλάει δεν πιάνει βρύα
転び公妨 ころびこうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδής πρόκληση σύλληψης για αντίσταση κατά της αρχής, αστυνομικοί που προσποιούνται ότι τους έριξαν κάτω για να έχουν λόγους για σύλληψη
転送電話 てんそうでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 προώθηση κλήσης
転び芸者 ころびげいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πεσμένη γκέισα, γκέισα που εκδίδεται
転送レート てんそうレート

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός μετάδοσης, ρυθμός μεταφοράς
転轍手 てんてつしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδούχος, εργαζόμενος στις σιδηροδρομικές μεταφορές που χειρίζεται τις αλλαγές τροχιάς (κλειδιά)
転石 てんせき

ουσιαστικό

  1. 01 κυλιόμενη πέτρα, ογκόλιθος
転んでもただは起きぬ ころんでもただはおきぬ

άλλο

  1. 01 κάθε τι είναι ευκαιρία για κέρδος, εκμεταλλεύομαι τα πάντα προς όφελος μου
転座 てんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατόπιση
転流 てんりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατόπιση
  2. 02 παρέκκλιση
転合 てんごう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 φάρσα, αστείο
転びキリシタン ころびキリシタン

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην χριστιανός (που αναγκάστηκε να αποκηρύξει την πίστη του κατά την περίοδο Έντο), έκπτωτος χριστιανός
転造 てんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ελατητή μορφοποίηση σπειρωμάτων
転石苔生さず てんせきこけむさず

άλλο

  1. 01 η πέτρα που κυλά δεν πιάνει βρύα
転貸借 てんたいしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπεκμίσθωση