377 αποτελέσματα για «通»
通信衛星 つうしんえいせい
ουσιαστικό
- 01 τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος, δορυφόρος εκπομπής
通学カバン つうがくかばん
ουσιαστικό
- 01 σχολική τσάντα, σχολικός σάκος
通貨単位 つうかたんい
ουσιαστικό
- 01 νομισματική μονάδα
通関 つうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτελωνισμός
通信会社 つうしんがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία τηλεπικοινωνιών, τηλεπικοινωνιακός φορέας
通好み つうごのみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 για γνώστες, προτιμώμενο από ειδικούς
通底 つうてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπάρχω σε βαθύτερο επίπεδο, διαθέτω μια αόρατη κοινότητα, υποβόσκω
通牒 つうちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδοποίηση, ανακοίνωση, υπόμνημα, εγκύκλιος
通勤客 つうきんきゃく
ουσιαστικό
- 01 επιβάτης που μετακινείται καθημερινά για εργασία, επιβάτης με εισιτήριο διαρκείας
通俗化 つうぞくか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκλαϊκεύση
通力 つうりき
ουσιαστικό
- 01 υπερφυσική δύναμη
通俗小説 つうぞくしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 λαϊκό μυθιστόρημα
通弁 つうべん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διερμηνεία (δηλαδή προφορική μετάφραση), διερμηνέας
通信量 つうしんりょう
ουσιαστικό
- 01 κίνηση δεδομένων, όγκος δεδομένων
通常の場合 つうじょうのばあい
ουσιαστικό
- 01 συνήθως
通話料 つうわりょう
ουσιαστικό
- 01 χρέωση τηλεφωνικής κλήσης
通産省 つうさんしょう
ουσιαστικό
- 01 Υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας (1949-2001), ΜΙΤΙ
通有 つうゆう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κοινότητα, γενικότητα
通信ケーブル つうしんケーブル
ουσιαστικό
- 01 καλώδιο επικοινωνίας
通信講座 つうしんこうざ
ουσιαστικό
- 01 δι' αλληλογραφίας πρόγραμμα σπουδών