199 αποτελέσματα για «間»

間主観的 かんしゅかんてき

επίθετο

  1. 01 διαυποκειμενικός
間接正犯 かんせつせいはん

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεσος αυτουργός, έμμεσος δράστης
間延びした まのびした

άλλο

  1. 01 νωθρός, ανιαρός, ανόητος, αργοκίνητος, τεμπέλικος, βαρετός
間接撮影 かんせつさつえい

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοσκόπηση
間が持てない まがもてない

άλλο

  1. 01 δεν ξέρω πώς να γεμίσω τον χρόνο μου
間質 かんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρώμα
間誤付く まごつく

ρήμα

  1. 01 μπερδεύομαι, τα χάνω, έρχομαι σε δύσκολη θέση
  2. 02 περιφέρομαι, τριγυρίζω, σουλατσάρω, αλητεύω
間引き菜 まびきな

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανικά που αφαιρέθηκαν κατά το αραίωμα (για σαλάτα)
間接部門 かんせつぶもん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό τμήμα, τομέας υποστήριξης, έμμεσο τμήμα
間切り まぎり

ουσιαστικό

  1. 01 πλέω αντίθετα στον άνεμο
  2. 02 διοικητική διαίρεση στο Βασίλειο των Ριούκιου, αντίστοιχη των σύγχρονων νομαρχιών (αλλά σε μέγεθος πόλης ή κωμόπολης)
間投助詞 かんとうじょし

ουσιαστικό

  1. 01 επιφωνηματικό μόριο (για παράδειγμα, γιο, νε, σα)
間葉 かんよう

ουσιαστικό

  1. 01 μεσεγχυμα
間八 かんぱち

ουσιαστικό

  1. 01 καμπάτσι (Seriola dumerili), μαγιάτικο, κίτρινο ψάρι
間接参照 かんせつさんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση αναφορά
間接自慢 かんせつじまん

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση καύχηση (ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιδεικνύοντας επιπόλαια κάτι άξιο λόγου σαν να μην ήταν πρόθεση)
間違え まちがえ

ουσιαστικό

  1. 01 λάθος, σφάλμα, γκάφα
  2. 02 ατύχημα, ατυχία, πρόβλημα
  3. 03 ανάρμοστη συμπεριφορά (π.χ. μεταξύ άνδρα και γυναίκας), αδιακρισία
間怠っこしい まだるっこしい

επίθετο

  1. 01 εκνευριστικά αργός, κουραστικός, νωθρός, ανιαρός, έμμεσος
間雲 かんうん

ουσιαστικό

  1. 01 απαλά σύννεφα που επιπλέουν
間一髪を入れず かんいっぱつをいれず

άλλο

  1. 01 αμέσως, στιγμιαία, χωρίς την παραμικρή παύση, χωρίς καμία καθυστέρηση
間接照準射撃 かんせつしょうじゅんしゃげき

ουσιαστικό

  1. 01 έμμεση βολή