159 αποτελέσματα για «面»
面接試験官 めんせつしけんかん
ουσιαστικό
- 01 συνεντευκτής
面やつれ おもやつれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αδυνατίζω στο πρόσωπο, αποκτώ κοίλα μάγουλα, παρουσιάζω ταλαιπωρημένη όψη, γίνομαι σκελετωμένος, εμφανίζομαι καχεκτικός
面梟 めんふくろう
ουσιαστικό
- 01 τυτώ (Tyto alba)
面蛸 めんだこ
ουσιαστικό
- 01 μεντάκο (Opisthoteuthis depressa), χταπόδι-τηγανίτα
面白グッズ おもしろグッズ
ουσιαστικό
- 01 διασκεδαστικά αντικείμενα, προϊόντα για πλάκα, είδη νεωτερισμού
面付錠 つらづけじょう
ουσιαστικό
- 01 εξωτερική κλειδαριά
面陳 めんちん
ουσιαστικό
- 01 μετωπική προβολή (περιοδικών, βιβλίων κ.λπ. σε ράφι), έκθεση με το εξώφυλλο προς τα έξω
面白がる おもしろがる
ρήμα
- 01 διασκεδάζω, ψυχαγωγούμαι, απολαμβάνω, θεωρώ κάτι διασκεδαστικό
面白さ おもしろさ
ουσιαστικό
- 01 ελκυστικότητα, ενδιαφέρον, συναρπαστικότητα, γοητεία
- 02 χιούμορ, ευθυμία, αστειότητα, διασκέδαση
- 03 διασκέδαση, απόλαυση, ψυχαγωγική αξία
面忘れ おもわすれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αδυναμία αναγνώρισης κάποιου προσώπου, αποτυχία αναγνώρισης κάποιου
面罵罵倒 めんばばとう
ουσιαστικό
- 01 υβρίζω, κακολογώ, καταφέρομαι
面舵を取る おもかじをとる
άλλο, ρήμα
- 01 στρίβω το πηδάλιο δεξιά
面従後言 めんじゅうこうげん
ουσιαστικό
- 01 προσποιούμαι την υπακοή μπροστά σε κάποιον ενώ τον κακολογώ πίσω από την πλάτη του
面積グラフ めんせきグラフ
ουσιαστικό
- 01 γραφική παράσταση επιφάνειας
面積計 めんせきけい
ουσιαστικό
- 01 εμβαδομετρητής
面積速度 めんせきそくど
ουσιαστικό
- 01 εμβαδική ταχύτητα
面オクテット めんオクテット
ουσιαστικό
- 01 επίπεδη οκτάδα
面布 めんぷ
ουσιαστικό
- 01 προσωπίδα (μελισσοκομία)
面開発 めんかいはつ
ουσιαστικό
- 01 ολοκληρωμένη οικιστική και αναπτυξιακή ανάπλαση μεγάλης κλίμακας
面接受験者 めんせつじゅけんしゃ
ουσιαστικό
- 01 συνεντευξιαζόμενος