260 αποτελέσματα για «事»
事改めて ことあらためて
άλλο
- 01 εκ νέου, πάλι
事業団 じぎょうだん
ουσιαστικό
- 01 οργανισμός, υπηρεσία
事故渋滞 じこじゅうたい
ουσιαστικό
- 01 κυκλοφοριακή συμφόρηση που προκαλείται από τροχαίο ατύχημα
事象の地平面 じしょうのちへいめん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ορίζοντας γεγονότων
事観 じかん
ουσιαστικό
- 01 στοχασμός πάνω στα φαινόμενα
事と次第で こととしだいで
άλλο
- 01 αν το επιτρέπουν οι περιστάσεις, υπό ορισμένες συνθήκες
事業界 じぎょうかい
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανικός ή επιχειρηματικός κόσμος
事前研修 じぜんけんしゅう
ουσιαστικό
- 01 προκαταρκτική εκπαίδευση, αρχική κατάρτιση
事業税 じぎょうぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος επιτηδεύματος
事業活動 じぎょうかつどう
ουσιαστικό
- 01 επιχειρηματικές δραστηριότητες, επιχειρηματική συμπεριφορά, επιχειρηματικές λειτουργίες
事故多発 じこたはつ
άλλο
- 01 συχνά ατυχήματα, ζώνη επιρρεπής σε ατυχήματα, σημείο με μεγάλη συχνότητα ατυχημάτων
事業場 じぎょうじょう
ουσιαστικό
- 01 χώρος εργασίας, γραφείο, εργοστάσιο
事あれかし ことあれかし
άλλο
- 01 ανά πάσα στιγμή, κάθε στιγμή τώρα
事理明白 じりめいはく
ουσιαστικό
- 01 γεγονότα που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, λογική που είναι αδιάσειστη
事例研究法 じれいけんきゅうほう
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος μελέτης περίπτωσης
事務総局 じむそうきょく
ουσιαστικό
- 01 γενική γραμματεία
事象報告 じしょうほうこく
ουσιαστικό
- 01 αναφορά συμβάντος
事例集 じれいしゅう
ουσιαστικό
- 01 συλλογή υποθέσεων, συλλογή περιπτώσεων
事により ことにより
άλλο
- 01 μέσω, λόγω, με τη χρήση, εξαιτίας
事欠かない ことかかない
άλλο, επίθετο
- 01 διαθέτω άφθονο (κάτι), έχω όλα όσα χρειάζομαι