194 αποτελέσματα για «作»
作り変える つくりかえる
ρήμα
- 01 μετασκευάζω, αναπλάθω, αναμορφώνω, μετατρέπω, ανακατασκευάζω, προσαρμόζω, διασκευάζω, τροποποιώ
作略 さりゃく
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, τακτική, στρατηγική
作り器 つくりき
ουσιαστικό
- 01 παρασκευαστής (π.χ. παγομηχανή)
作り機嫌 つくりきげん
ουσιαστικό
- 01 προσποιητή καλή διάθεση
作り損じる つくりそんじる
ρήμα
- 01 αποτυγχάνω στην κατασκευή
作り病 つくりやまい
ουσιαστικό
- 01 προσποιητή ασθένεια
作り返す つくりかえす
ρήμα
- 01 ξαναφτιάχνω, ανακατασκευάζω
作り名 つくりな
ουσιαστικό
- 01 ψευδώνυμο, καλλιτεχνικό όνομα, φιλολογικό όνομα
作り盲 つくりめくら
ουσιαστικό
- 01 προσποιητή τύφλωση
作り木 つくりぎ
ουσιαστικό
- 01 καλοκουρεμένο δέντρο
作業部会案 さぎょうぶかいあん
ουσιαστικό
- 01 προσχέδιο εργασίας
作場 さくば
ουσιαστικό
- 01 αγρόκτημα, εργαστήριο
作戦オーバーレー さくせんオーバーレー
ουσιαστικό
- 01 υπέρθεση επιχείρησης
作土 さくど
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακό έδαφος
作当たり さくあたり
ουσιαστικό
- 01 καλή σοδειά
作用積分 さようせきぶん
ουσιαστικό
- 01 ολοκλήρωμα δράσης
作為犯 さくいはん
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα διά πράξεως
作文の題 さくぶんのだい
ουσιαστικό
- 01 θέμα έκθεσης
作り皮 つくりかわ
ουσιαστικό
- 01 δέρμα, κατεργασμένο δέρμα ζώου
- 02 ριζικό δέρμα (ριζικό 177)
作業ディレクトリ さぎょうディレクトリ
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος εργασίας