146 αποτελέσματα για «元»
元和偃武 げんなえんぶ
ουσιαστικό
- 01 Γκεννά ενμπού (περίοδος ειρήνης μετά την πτώση του κάστρου της Οσάκα το 1615)
元から もとから
επίρρημα
- 01 εξαρχής, από την αρχή, από την πρώτη στιγμή
元総理 もとそうり
ουσιαστικό
- 01 πρώην πρωθυπουργός
元が取れる もとがとれる
άλλο, ρήμα
- 01 αποσβένω το αρχικό κεφάλαιο, καλύπτω τα έξοδα, βγάζω τα λεφτά μου
- 02 αξίζω τον κόπο, ανταμείβω (π.χ. σκληρή δουλειά)
元朝秘史 げんちょうひし
ουσιαστικό
- 01 Γκεντσό χισί (το παλαιότερο σωζόμενο λογοτεχνικό έργο στη μογγολική γλώσσα)
元
- 01 αρχή
- 02 παλιά εποχή
- 03 καταγωγή, προέλευση