199 αποτελέσματα για «足»

足るを知る者は富む たるをしるものはとむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αυτός που γνωρίζει το αρκετό είναι πλούσιος (φιλοσοφική έννοια όπου η ικανοποίηση με όσα έχει κανείς ισοδυναμεί με αληθινό πλούτο)
足元の明るいうちに あしもとのあかるいうちに

άλλο, επίρρημα

  1. 01 όσο υπάρχει ακόμα φως, πριν νυχτώσει
  2. 02 όσο οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, πριν χειροτερέψουν τα πράγματα
足相撲 あしずもう

ουσιαστικό

  1. 01 ασιζούμο, πάλη με τα πόδια
足浴 そくよく

ουσιαστικό

  1. 01 ποδόλουτρο (για τη βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος)
足元に火が付く あしもとにひがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε άμεσο κίνδυνο, είμαι σε κρίσιμη κατάσταση
足任せ あしまかせ

ουσιαστικό

  1. 01 βάδισμα όπου οδηγούν τα πόδια, περιπλάνηση
足趾 そくし

ουσιαστικό

  1. 01 πατημασιές, ίχνη ποδιών
  2. 02 πόδι, σκέλος
足長蜘蛛 あしながぐも

ουσιαστικό

  1. 01 τετραγνάθα η πραιδώνια (είδος αράχνης με μακριές σιαγόνες)
足入れ婚 あしいれこん

ουσιαστικό

  1. 01 συζυγική πρακτική κατά την οποία η νύφη ζει προσωρινά στο πατρικό της σπίτι
足白癬 あしはくせん

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητικό πόδι, δερματοφυτία των ποδιών
足底筋膜炎 そくていきんまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 πελματιαία απονευρωσίτιδα
足元につけ込む あしもとにつけこむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκμεταλλεύομαι (κάποια αδυναμία του άλλου)
足蹠 そくせき

ουσιαστικό

  1. 01 πέλμα
足掛け上がり あしかけあがり

ουσιαστικό

  1. 01 αιώρηση με το γόνατο (γυμναστική), ανέβασμα με τη βοήθεια του ποδιού
足場丸太 あしばまるた

ουσιαστικό

  1. 01 δοκός ικριώματος
足だまり あしだまり

ουσιαστικό

  1. 01 ορμητήριο, βάση επιχειρήσεων, έρεισμα
足ずり あしずり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ποδοπατώ (από θυμό, απογοήτευση κ.λπ.), σύρω τα πόδια μου στο έδαφος
足高蜘蛛 あしだかぐも

ουσιαστικό

  1. 01 ασιδαγκούμο (είδος αράχνης της οικογένειας Sparassidae)
足無井守 あしなしいもり

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνοφίωνας (κάθε αμφίβιο χωρίς πόδια που ζει σε λαγούμια της τάξης Gymnophiona)
足下へも寄りつけない あしもとへもよりつけない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν φτάνω ούτε το επίπεδο κάποιου, δεν μπορώ να συγκριθώ με κάποιον