614 αποτελέσματα για «高»
高学歴 こうがくれき
ουσιαστικό
- 01 υψηλή ακαδημαϊκή κατάρτιση, ανώτερη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, τριτοβάθμια εκπαίδευση
高窓 たかまど
ουσιαστικό
- 01 ψηλό παράθυρο, φεγγίτης (υψηλό άνοιγμα στον τοίχο)
高いびき たかいびき
ουσιαστικό
- 01 δυνατό ροχαλητό
高スペック こうスペック
ουσιαστικό
- 01 υψηλών προδιαγραφών
- 02 ιδιαίτερα ανταγωνιστικός (π.χ. στην αγορά των γνωριμιών λόγω υψηλού εισοδήματος ή εμφάνισης), που συγκεντρώνει όλα τα επιθυμητά χαρακτηριστικά
高感度 こうかんど
ουσιαστικό
- 01 υψηλή ευαισθησία, πολύ ευαίσθητος (π.χ. φιλμ, ραδιοφωνικός δέκτης), υψηλή ταχύτητα (φιλμ)
- 02 διακριτικός, οξυδερκής, εκλεπτυσμένου γούστου
高校球児 こうこうきゅうじ
ουσιαστικό
- 01 μαθητής λυκείου που παίζει μπέιζμπολ
高速バス こうそくバス
ουσιαστικό
- 01 υπεραστικό λεωφορείο ταχείας κυκλοφορίας
高速度 こうそくど
ουσιαστικό
- 01 υψηλή ταχύτητα
高画質 こうがしつ
ουσιαστικό
- 01 υψηλή ποιότητα εικόνας
高校進学 こうこうしんがく
ουσιαστικό
- 01 συνέχιση των σπουδών στο λύκειο
高潮 こうちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παλίρροια, πλημμυρίδα
- 02 κορύφωση, αποκορύφωμα
高祖 こうそ
ουσιαστικό
- 01 ιδρυτής μιας δυναστείας ή αίρεσης
高下 こうげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άνοδος και πτώση (π.χ. τιμών), διακύμανση
- 02 διαφορά (κατάταξης, βαθμού, ποιότητας κ.λπ.), απόκλιση
高炉 こうろ
ουσιαστικό
- 01 υψικάμινος
高温多湿 こうおんたしつ
ουσιαστικό
- 01 υψηλή θερμοκρασία και υγρασία
高電圧 こうでんあつ
ουσιαστικό
- 01 υψηλή τάση
高跳び たかとび
ουσιαστικό
- 01 άλμα εις ύψος
高楼 こうろう
ουσιαστικό
- 01 ψηλό κτίριο, πύργος
高解像度 こうかいぞうど
ουσιαστικό
- 01 υψηλή ανάλυση
高架線 こうかせん
ουσιαστικό
- 01 εναέρια καλώδια
- 02 υπερυψωμένος σιδηρόδρομος