556 αποτελέσματα για «上»
上さん かみさん
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος
- 02 σύζυγος κάποιου
- 03 σπιτονοικοκυρά
上がり口 あがりくち
ουσιαστικό
- 01 είσοδος
上り調子 のぼりちょうし
ουσιαστικό
- 01 ανοδική πορεία, βελτίωση, ανοδική τάση
上代 じょうだい
ουσιαστικό
- 01 αρχαίοι χρόνοι (π.χ. περίοδοι Χεϊάν και Νάρα στην Ιαπωνία), παλαιότερες εποχές, πρώιμη ιστορία
- 02 τιμή λιανικής πώλησης
上がり框 あがりがまち
ουσιαστικό
- 01 ξύλινο δοκάρι στην μπροστινή άκρη του δαπέδου της εισόδου, μπροστινό τμήμα του δαπέδου του γκενκάν
上越 じょうえつ
ουσιαστικό
- 01 περιοχή στην πλευρά της Θάλασσας της Ιαπωνίας, που περιλαμβάνει τη Νιιγκάτα
上水 じょうすい
ουσιαστικό
- 01 υδροδότηση, νερό βρύσης
上せる のぼせる
ρήμα
- 01 ανυψώνω, καταγράφω, αναφέρω (ένα θέμα), σερβίρω (φαγητό), στέλνω κάποιον έξω
上水道 じょうすいどう
ουσιαστικό
- 01 ύδρευση, δίκτυο ύδρευσης
上半期 かみはんき
ουσιαστικό
- 01 πρώτο εξάμηνο του έτους, πρώτο εξάμηνο του οικονομικού έτους
上書 じょうしょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπόμνημα προς τον αυτοκράτορα
上梓 じょうし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξυλογραφία
- 02 έκδοση
上前 うわまえ
ουσιαστικό
- 01 το τμήμα του υφάσματος που καλύπτει εξωτερικά το σώμα όταν φοριέται ένδυμα που τυλίγεται μπροστά (όπως ένα κιμονό)
- 02 ποσοστό, προμήθεια
上天気 じょうてんき
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρία, υπέροχος καιρός
上の地位 うえのちい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ανώτερη θέση
上忍 じょうにん
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός φατρίας νίντζα, ανώτατος στην ιεραρχία νίντζα
上下巻 じょうげかん
ουσιαστικό
- 01 πρώτος και δεύτερος τόμος (π.χ. ενός βιβλίου), τόμος ένα και τόμος δύο, βιβλίο ένα και βιβλίο δύο
上の名前 うえのなまえ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 επώνυμο, οικογενειακό όνομα
上得意 じょうとくい
ουσιαστικό
- 01 εκλεκτός πελάτης, σημαντικός πελάτης, προνομιακή πελατεία
上げ下ろし あげおろし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανύψωση και βύθιση
- 02 φόρτωση και εκφόρτωση (φορτίου)
- 03 έπαινος και επίκριση