526 αποτελέσματα για «下»

下等動物 かとうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερα ζώα
下目 しため

ουσιαστικό

  1. 01 υποτιμητικό βλέμμα, περιφρονητικό βλέμμα
下目 かもく

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυποταξία
下刻 げこく

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο τρίτο ενός δίωρου διαστήματος
下刻 かこく

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδική διάβρωση, κατακόρυφη διάβρωση
下水管 げすいかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας αποχέτευσης
下道 したみち

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχιακός δρόμος, δρόμος χωρίς διόδια, τοπική οδός
  2. 02 δρόμος που σκιάζεται από δέντρα, βουνό κ.λπ.
下部構造 かぶこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 υποδομή
下忍 げにん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλόβαθμος νίντζα
下野 げや

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραιτούμαι από δημόσιο αξίωμα
  2. 02 απώλεια της εξουσίας (ενός κόμματος), μετάβαση στην αντιπολίτευση
下まぶた したまぶた

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω βλέφαρο
下城 げじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από κάστρο
下座 しもざ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή θέση, θέση στο κάτω μέρος του τραπεζιού
下取り したどり N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταλλαγή παλαιού προϊόντος με έκπτωση για αγορά νέου, μερική ανταλλαγή
下り道 くだりみち

ουσιαστικό

  1. 01 κατηφορικός δρόμος, κατηφόρα
下辺 かへん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω πλευρά, κάτω ακμή, κάτω όριο, κάτω στρίφωμα
下辺 しもべ

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδική κατεύθυνση, κατάντη
下弦の月 かげんのつき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίο τέταρτο της σελήνης, φθίνουσα ημισέληνος
下降線 かこうせん

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδική καμπύλη
下描き したがき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόχειρο προσχέδιο που χρησιμοποιείται ως οδηγός για μια εικόνα