368 αποτελέσματα για «入»

入舎 にゅうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος σε κοιτώνα
入寂 にゅうじゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος ιερέα, νιρβάνα, πνευματική απελευθέρωση
入国審査官 にゅうこくしんさかん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής διαβατηρίων, υπάλληλος υπηρεσίας μετανάστευσης
入館者 にゅうかんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτης (σε μουσείο, βιβλιοθήκη κ.λπ.)
入り日 いりひ

ουσιαστικό

  1. 01 δύων ήλιος, απογευματινός ήλιος
入交 いりまじり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμειξη με, το να είναι κανείς αναμεμειγμένος
入会式 にゅうかいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εισδοχής
入力信号 にゅうりょくしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 εισερχόμενο σήμα, σήμα εισόδου
入港税 にゅうこうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 λιμενικά τέλη (φόροι)
入棺 にゅうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τοποθέτηση στο φέρετρο
入荷待ち にゅうかまち

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή παραλαβής εμπορευμάτων, σε εκκρεμότητα λόγω έλλειψης αποθέματος
入り海 いりうみ

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπος, όρμος, θαλάσσιος κόλπος
入力情報 にゅうりょくじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή δεδομένων
入国税 にゅうこくぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος αλλοδαπών, φόρος εισόδου
入り目 いりめ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα
入御 にゅうぎょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή του αυτοκράτορα στα αυτοκρατορικά ανάκτορα
入場税 にゅうじょうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος εισιτηρίου
入母屋造り いりもやづくり

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο με κεραμοσκεπή τύπου ιριμόγια-ζούκουρι (συνδυασμός σαμαρωτής και τετράρριχτης στέγης)
入力データ にゅうりょくデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα εισόδου
入構証 にゅうこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάσο εισόδου, κάρτα επισκέπτη