475 αποτελέσματα για «公»

公益財団法人 こうえきざいだんほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωφελές ίδρυμα
公休日 こうきゅうび

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη αργία
公告 こうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσια ανακοίνωση, επίσημη ειδοποίηση
公安官 こうあんかん

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομία σιδηροδρόμων
公開録音 こうかいろくおん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια ηχογράφηση
公文書館 こうぶんしょかん

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία δημόσιων εγγράφων, αρχείο
公海上 こうかいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στην ανοιχτή θάλασσα
公知 こうち

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώση, γενική γνώση
公民権 こうみんけん

ουσιαστικό

  1. 01 αστικά δικαιώματα, δικαίωμα ψήφου, ιθαγένεια
公園デビュー こうえんデビュー

ουσιαστικό

  1. 01 η πρώτη φορά που πηγαίνει κάποιος το παιδί του στο τοπικό πάρκο για παιχνίδι
公設市場 こうせついちば

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια αγορά
公訴時効 こうそじこう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγραφή, παραγραφή του δικαιώματος δίωξης κατηγορουμένου, παραγραφή του αξιόποινου
公教育 こうきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια εκπαίδευση (συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών σχολείων που υπάγονται στο ιαπωνικό εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα), κρατική εκπαίδευση
公共投資 こうきょうとうし

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια επένδυση
公開討論 こうかいとうろん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια συζήτηση, ανοιχτή αντιπαράθεση
公有 こうゆう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια ιδιοκτησία
  2. 02 δημόσιος τομέας
公会 こうかい

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια συνέλευση
公式主義 こうしきしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπολατρία
公開状 こうかいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτή επιστολή
公議 こうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή γνώμη, δημόσια συζήτηση
  2. 02 ορθή άποψη, δίκαιο επιχείρημα
  3. 03 συνέδριο στην αυτοκρατορική ή σογκουνική αυλή