295 αποτελέσματα για «合»

合理主義哲学 ごうりしゅぎてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 ορθολογιστική φιλοσοφία
合成の誤謬 ごうせいのごびゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πλάνη της σύνθεσης
合字 ごうじ

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα
合奏協奏曲 がっそうきょうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κοντσέρτο γκρόσο
合歓 ごうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή απόλαυση (ιδιαίτερα σεξουαλικής φύσης), συνεύρεση
  2. 02 ακακία η κωνσταντινοπολίτισσα
合宿形式 がっしゅくけいしき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός
  2. 02 τύπου κατασκηνωτικής εκπαίδευσης
  3. 03 οικοτροφικός
合着 あいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ρούχα για τη μεταβατική περίοδο, ενδύματα για την άνοιξη και το φθινόπωρο
合金鋼 ごうきんこう

ουσιαστικό

  1. 01 κραματοποιημένος χάλυβας
合憲性 ごうけんせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνταγματικότητα
合成関数 ごうせいかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη συνάρτηση
合併比率 がっぺいひりつ

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση συγχώνευσης
合接 ごうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεσμος, ένωση
合従 がっしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμαχία (συγκεκριμένα η ιστορική ένωση των Έξι Βασιλείων εναντίον της δυναστείας Τσιν)
合併会社 がっぺいかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συγχωνευμένη εταιρεία
合同会合 ごうどうかいごう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή συνεδρίαση
合成酵素 ごうせいこうそ

ουσιαστικό

  1. 01 λιγάση, συνθετάση, συνθετάση
合成薬 ごうせいやく

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετικό φάρμακο
合わせ面 あわせめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια εφαρμογής, επιφάνεια συναρμογής
合併企業 がっぺいきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 συγχωνευμένη εταιρεία
合理的疑い ごうりてきうたがい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εύλογη αμφιβολία