1666 αποτελέσματα για «大»

大金持ち おおがねもち

ουσιαστικό

  1. 01 πάμπλουτος, ο υπερπλούσιος
大自然 だいしぜん

ουσιαστικό

  1. 01 φύση, μητέρα φύση
大食い おおぐい

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 υπερφαγία, λαίμαργη κατανάλωση φαγητού, βουλιμία
  2. 02 καλοφαγάς, λαίμαργος
大ファン だいファン

ουσιαστικό

  1. 01 φανατικός οπαδός (κάποιου ή κάποιου πράγματος), ένθερμος θαυμαστής
大隊 だいたい

ουσιαστικό

  1. 01 τάγμα
大野 おおの

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο πεδίο, εκτεταμένο λιβάδι
大歓声 だいかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 δυνατή κραυγή, ενθουσιώδης επευφημία
大泣き おおなき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεσπάσμα σε κλάματα, κλάμα με αναφιλητά, δυνατό κλάμα, οδυρμός, έντονο κλαψούρισμα
大口を開ける おおぐちをあける

άλλο, ρήμα

  1. 01 χασμουριέμαι, ανοίγω διάπλατα το στόμα μου
大っぴら おおっぴら

επίθετο

  1. 01 ανοιχτός, δημόσιος, φανερός, ελεύθερος, ανεπιφύλακτος, αχαλίνωτος
大部屋 おおべや

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 μεγάλο δωμάτιο
  2. 02 καμαρίνι, χώρος αναμονής καλλιτεχνών εκτός σκηνής
  3. 03 δευτεραγωνιστής, ηθοποιός με μικρούς ρόλους
  4. 04 μεγάλος θάλαμος νοσοκομείου (για πολλούς ασθενείς), θάλαμος ασθενών
  5. 05 ομπέγια, τεχνική διαχείρισης έργων στη βιομηχανία, που περιλαμβάνει ομαδικές συναντήσεις σε κοινόχρηστο δωμάτιο
大司教 だいしきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιεπίσκοπος (καθολικός)
大挙 たいきょ

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 μαζικά, με μεγάλη δύναμη, κατά κύματα
  2. 02 έργο μεγάλης κλίμακας, μεγαλεπήβολο σχέδιο
大破 たいは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σοβαρή ζημιά, εκτεταμένη φθορά, συντριβή
  2. 02 συντριπτική ήττα (αντιπάλου), ισοπέδωση, ολοκληρωτική επικράτηση
大馬鹿 おおばか

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μεγάλη ανοησία, τρομερή βλακεία
  2. 02 μεγάλος ανόητος, πανίβλακας, ολότελα κουτός
大門 だいもん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη πύλη εισόδου
大きなお世話 おおきなおせわ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δεν σε αφορά!, μην ανακατεύεσαι!, μείνε έξω από αυτό!
大福 だいふく

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη τύχη, καλή τύχη
  2. 02 ντάιφουκου (γλυκό ρυζόψωμο γεμιστό με πάστα φασολιών)
大所帯 おおじょたい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμελές νοικοκυριό, μεγάλη οικογένεια
  2. 02 μεγάλη ομάδα ανθρώπων, μεγάλος οργανισμός
  3. 03 μεγάλος πλούτος, μεγάλη περιουσία
大儀 たいぎ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 επίσημη τελετή
  2. 02 κοπιαστικός, ενοχλητικός, δυσάρεστος, επίπονος