324 αποτελέσματα για «立»

立体音響 りったいおんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοφωνικός ήχος, τρισδιάστατος ήχος, χωρικός ήχος
立命 りつめい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική ηρεμία
立錐 りっすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τοποθέτηση τρυπανιού
立体写真 りったいしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοσκόπιο, στερεοσκοπική φωτογραφία
立教大学 りっきょうだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ρικκίο
立体視 りったいし

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοσκοπική όραση, στερεοψία
立体性 りったいせい

ουσιαστικό

  1. 01 τριδιάστατος χαρακτήρας, στερεότητα
立ち後れる たちおくれる

ρήμα

  1. 01 αργώ να ξεκινήσω, μένω πίσω
立ち勝る たちまさる

ρήμα

  1. 01 υπερέχω, ξεπερνώ
立て直る たてなおる

ρήμα

  1. 01 ανακάμπτω, συνέρχομαι, ανασυντάσσομαι
立ち幅跳び たちはばとび

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα εις μήκος άνευ φοράς
立法機関 りっぽうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθετικό σώμα, νομοθετικό όργανο
立位 りつい

ουσιαστικό

  1. 01 όρθια στάση (εργασίας, σεξουαλική κ.λπ.), όρθια θέση
立ち通し たちどおし

άλλο

  1. 01 παραμένω όρθιος, στέκομαι συνεχώς
立ち見客 たちみきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 όρθιος θεατής (σε θέατρο), θεατής σε θέση ορθίων, εξώστης
立体派 りったいは

ουσιαστικό

  1. 01 κυβισμός
立憲主義 りっけんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συνταγματισμός
立教 りっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 θεσμοθέτηση (θρησκευτικών διδασκαλιών), διατύπωση
立て通す たてとおす

ρήμα

  1. 01 επιβάλλω (μια ιδέα), υποστηρίζω μέχρι τέλους (μια ιδέα)
立て場 たてば

ουσιαστικό

  1. 01 στάση για ιππήλατες άμαξες και αμαξάκια (περίοδος Έντο), τόπος ανάπαυσης σε αυτοκινητόδρομο
  2. 02 χονδρέμπορος κουρελιών