725 αποτελέσματα για «三»

さん N5

άλλο

  1. 01 τρία, 3
サン

άλλο

  1. 01 τρία
三人 さんにん

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις άνθρωποι
三つ みっつ N5

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τρία
  2. 02 τριών ετών
三年 さんねん

ουσιαστικό

  1. 01 τρία χρόνια
  2. 02 τρίτη τάξη (π.χ. λυκείου)
三度 さんど

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις φορές
  2. 02 τρίτος (μουσικό διάστημα)
三度 みたび

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 τρεις φορές, τρις
  2. 02 πολλές φορές, ξανά και ξανά, επανειλημμένα, συχνά
三回 さんかい

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις φορές
三本 さんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 τρία (μακρόστενα κυλινδρικά αντικείμενα)
  2. 02 τρία όμοια (σε μοιρασμένο χέρι τυχερού παιχνιδιού)
三階 さんがい

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτος όροφος
三番 さんばん

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτος, νούμερο τρία
三倍 さんばい

ουσιαστικό

  1. 01 τριπλάσιος, τριπλάσιο, τριπλή ποσότητα
三枚 さんまい

ουσιαστικό

  1. 01 τρία επίπεδα αντικείμενα (φύλλα χαρτιού, κομμάτια υφάσματος κ.λπ.)
  2. 02 ο τεμαχισμός ψαριού σε δύο φιλέτα χωρίς κόκαλα και ένα κομμάτι με τον σκελετό
三角 さんかく N2

ουσιαστικό

  1. 01 τρίγωνο, τριγωνικό σχήμα
三分の一 さんぶんのいち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ένα τρίτο, τρίτο μέρος
三日月 みかづき N2

ουσιαστικό

  1. 01 ημισέληνος, το φεγγάρι των πρώτων ημερών
三つ編み みつあみ

ουσιαστικό

  1. 01 κοτσίδα (μαλλιών, κορδονιού, κ.λπ.), πλεξούδα
三人組 さんにんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 τριάδα, συμμορία τριών ατόμων, τριμελής ομάδα
三体 さんたい

ουσιαστικό

  1. 01 οι τρεις γραφικοί χαρακτήρες: τετράγωνη, ημικαλλιγραφική και καλλιγραφική γραφή
三男 さんなん

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις γιοι
  2. 02 τρίτος γιος