14 αποτελέσματα για «仇»

あだ

ουσιαστικό

  1. 01 εχθρός, αντίπαλος
  2. 02 μνησικακία, έχθρα, κακία
  3. 03 βλάβη, ζημιά, τραυματισμός
仇敵 きゅうてき

ουσιαστικό

  1. 01 ορκισμένος εχθρός
仇を討つ かたきをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκδικώμαι κάποιον εξοντώνοντας τον δολοφόνο του
仇討ち あだうち

ουσιαστικό

  1. 01 εκδίκηση, αντεκδίκηση, αντίποινα
仇なす あだなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αδικώ κάποιον, κάνω κακό σε κάποιον, παίρνω εκδίκηση
  2. 02 τρέφω μνησικακία, κρατώ κακία
仇となる あだとなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω αντίθετα αποτελέσματα, καταλήγω σε επιζήμια έκβαση
仇になる あだになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω αντίθετα αποτελέσματα, καταλήγω επιζήμιος
仇を取る かたきをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκδικούμαι
仇をなす あだをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ κακό σε κάποιον, κάνω κακία, εκδικούμαι
  2. 02 τρέφω μνησικακία, έχω απωθημένο
仇する あだする

ρήμα

  1. 01 βλάπτω, τραυματίζω, προκαλώ ζημιά
  2. 02 εισβάλλω, επιδρομώ
  3. 03 αντιτίθεμαι, στρέφομαι εναντίον
仇同士 かたきどうし

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίοι εχθροί
仇讎 きゅうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εκδίκηση, θανάσιμος εχθρός
仇を恩で報いる あだをおんでむくいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανταποδίδω την κακία με καλοσύνη
  1. 01 εχθρός, αντίπαλος
  2. 02 εχθρός
  3. 03 εκδίκηση
  4. 04 έχθρα, κακία, μνησικακία
  5. 05 βεντέτα, διαμάχη, έχθρα