255 αποτελέσματα για «仮»

仮に かりに

επίρρημα

  1. 01 ακόμη κι αν, υποθετικά, ας υποθέσουμε, στην περίπτωση που
  2. 02 προσωρινά, προς το παρόν, για την ώρα
仮面 かめん

ουσιαστικό

  1. 01 μάσκα
  2. 02 μεταμφίεση, προπέτασμα, μάσκα
かり

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 προσωρινός, δοκιμαστικός, ενδιάμεσος, μεταβατικός
  2. 02 πλασματικός, ψευδώνυμος (για όνομα)
  3. 03 υποθετικός, θεωρητικός
仮定 かてい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόθεση, εικασία, παραδοχή
  2. 02 υπόθεση, εικασία
仮説 かせつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση, παραδοχή, προσωρινή θεωρία
仮想 かそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φαντασία, υπόθεση, εικονικός, δυνητικός (εχθρός)
仮装 かそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμφίεση, αποκριάτικη ενδυμασία, μασκαράτα, κάλυψη
  2. 02 μετασκευασμένος (για καταδρομικό)
仮眠 かみん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεσημεριανός ύπνος, σύντομος ύπνος
仮病 けびょう

ουσιαστικό

  1. 01 προσποιητή ασθένεια
仮設 かせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή κατασκευή, προσωρινή εγκατάσταση
  2. 02 υπόθεση, αυθαίρετη παραδοχή
仮死 かし

ουσιαστικό

  1. 01 φαινομενικός θάνατος, αναστολή ζωτικών λειτουργιών
仮眠を取る かみんをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω έναν υπνάκο, παίρνω έναν μεσημεριανό ύπνο
仮初め かりそめ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός, εφήμερος, παροδικός
  2. 02 ασήμαντος, επουσιώδης, μικρός
  3. 03 απερίσκεπτος, επιπόλαιος, πλημμελής, αδιάφορος
仮面をかぶる かめんをかぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φοράω μάσκα
  2. 02 κρύβω τις πραγματικές μου προθέσεις
仮名 かな N2

ουσιαστικό

  1. 01 κάνα, συλλαβικά αλφάβητα της ιαπωνικής γλώσσας (δηλαδή χιραγκάνα και κατακάνα)
仮面ライダー かめんライダー

ουσιαστικό

  1. 01 Κάμεν Ράιντερ (τηλεοπτική σειρά, ο ομώνυμος χαρακτήρας)
仮説を立てる かせつをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διατυπώνω μια υπόθεση
仮想空間 かそうくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονικός χώρος (π.χ. στα γραφικά υπολογιστών)
仮眠室 かみんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ανάπαυσης (σε γραφείο, πυροσβεστικό σταθμό κ.λπ.)
仮想世界 かそうせかい

ουσιαστικό

  1. 01 εικονικός κόσμος