86 αποτελέσματα για «企»
企画 きかく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχεδιασμός, σχέδιο, έργο, διευθετήσεις
企業 きぎょう N3
ουσιαστικό
- 01 επιχείρηση, εταιρεία
企む たくらむ
ρήμα
- 01 μηχανεύομαι, σχεδιάζω, σκαρώνω, επινοώ, συνωμοτώ, στήνω
企てる くわだてる
ρήμα
- 01 σχεδιάζω, συνωμοτώ, προτείνω, καταστρώνω, προτίθεμαι, διανοούμαι
- 02 επιχειρώ (π.χ. αυτοκτονία, φόνο), αναλαμβάνω (π.χ. επιχείρηση)
- 03 στέκομαι στις μύτες των ποδιών μου
企み たくらみ
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, σκευωρία, τέχνασμα, δολοπλοκία, ίντριγκα, συνωμοσία
企画書 きかくしょ
ουσιαστικό
- 01 πρόταση (έγγραφη)
企て くわだて
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, εγχείρημα, απόπειρα, συνωμοσία, πλεκτάνη, ανάληψη έργου
企業秘密 きぎょうひみつ
ουσιαστικό
- 01 επιχειρηματικό απόρρητο, βιομηχανικό απόρρητο, εμπορικό απόρρητο
企図 きと
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχέδιο, εγχείρημα, πρόγραμμα
企画部 きかくぶ
ουσιαστικό
- 01 τμήμα σχεδιασμού
企業家 きぎょうか
ουσιαστικό
- 01 βιομήχανος, επιχειρηματίας
企画者 きかくしゃ
ουσιαστικό
- 01 διοργανωτής εκδηλώσεων, οργανωτής συναντήσεων, παραγωγός
企画展 きかくてん
ουσιαστικό
- 01 ειδική έκθεση, θεματική έκθεση, προσωρινή έκθεση
企業戦士 きぎょうせんし
ουσιαστικό
- 01 εταιρικός πολεμιστής (υπάλληλος με εξαιρετική αφοσίωση και σκληρή εργασία)
企業努力 きぎょうどりょく
ουσιαστικό
- 01 επιχειρηματική προσπάθεια, εταιρικές προσπάθειες
企画室 きかくしつ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο σχεδιασμού
企業間 きぎょうかん
ουσιαστικό
- 01 επιχειρηματικός, διαεταιρικός, μεταξύ επιχειρήσεων, B2B
企画力 きかくりょく
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα σχεδιασμού, δυνατότητα κατάστρωσης σχεδίων
企業買収 きぎょうばいしゅう
ουσιαστικό
- 01 εξαγορά επιχείρησης (εξαγορά μετοχικού κεφαλαίου)
企業イメージ きぎょうイメージ
ουσιαστικό
- 01 εταιρική εικόνα