5 αποτελέσματα για «佇»
佇む たたずむ
ρήμα
- 01 στέκομαι ακίνητος για λίγο, χρονοτριβώ, σταματώ
佇まい たたずまい
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση, σχήμα, μορφή, ατμόσφαιρα, όψη, αίσθηση
佇立 ちょりつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακίνητος ορθοστάτης
佇み たたずみ
ουσιαστικό
- 01 στάση, ακινησία
- 02 βιοπορισμός, τρόπος διαβίωσης
佇
- 01 σταματώ
- 02 παραμένω, χρονοτριβώ
- 03 εμφάνιση
- 04 φιγούρα, σιλουέτα
- 05 στάση, συμπεριφορά