77 αποτελέσματα για «位»

くらい N3

επίθημα, μόριο

  1. 01 περίπου
  2. 02 σε βαθμό που, τόσο ώστε, τουλάχιστον
  3. 03 όπως, σαν
位置 いち N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τόπος, θέση, τοποθεσία
  2. 02 θέση, κοινωνική θέση, κύρος, κατάσταση
くらい N3

ουσιαστικό

  1. 01 θρόνος, στέμμα, κάθισμα (ευγενούς)
  2. 02 κυβερνητικό αξίωμα, αυλικό αξίωμα
  3. 03 κοινωνική θέση, βαθμίδα, τάξη, κλιμάκιο, σκαλοπάτι
  4. 04 βαθμός (ποιότητας κ.λπ.), επίπεδο, βαθμίδα, κατάταξη
  5. 05 θέση ψηφίου (π.χ. δεκάδες, χιλιάδες), ψηφίο, δεκαδική θέση

άλλο

  1. 01 κατάταξη, θέση (π.χ. πρώτη θέση)
  2. 02 δεκαδική θέση
  3. 03 επιμετρητής για φαντάσματα
位置につく いちにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω τη θέση μου, τοποθετούμαι, παρατάσσομαι
位置情報 いちじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορίες τοποθεσίας (όπως χρησιμοποιούνται από υπηρεσίες βάσει τοποθεσίας, π.χ. θέση GPS)
位階 いかい

ουσιαστικό

  1. 01 αυλικός τίτλος, ιεραρχική θέση στην αυλή
位置を変える いちをかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αλλάζω τη θέση κάποιου πράγματος
位置取り いちどり

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση, κατάληψη θέσης, λήψη θέσης
位牌 いはい

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική επιτύμβια πλάκα (ιέι)
位相 いそう

ουσιαστικό

  1. 01 φάση (π.χ. κύματος, ηλεκτρισμού, σελήνης)
  2. 02 τοπολογία
  3. 03 καταχωρητής
位の高い くらいのたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 υψηλόβαθμος, ανώτερος
位する くらいする

ρήμα

  1. 01 κατατάσσομαι, κατέχω (θέση)
  2. 02 τοποθετούμαι, βρίσκομαι (σε τοποθεσία)
位置付け いちづけ

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθέτηση, καθορισμένη θέση, χαρτογράφηση, εντοπισμός
位置付ける いちづける

ρήμα

  1. 01 τοποθετώ (σε σχέση με το σύνολο), κατατάσσω, θέτω σε θέση, εντοπίζω
位を与える くらいをあたえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διορίζομαι σε βαθμό
位置エネルギー いちエネルギー

ουσιαστικό

  1. 01 δυναμική ενέργεια
位相空間 いそうくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 φασικός χώρος
  2. 02 τοπολογικός χώρος
位田 いでん

ουσιαστικό

  1. 01 ιτέν, γεωργική έκταση που παραχωρούνταν σε ευγενείς πέμπτου βαθμού και άνω (σύστημα ριτσουριό)
位置調整 いちちょうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοίχιση
  2. 02 τοποθέτηση, ευθυγράμμιση