28 αποτελέσματα για «係»
係 かかり N3
ουσιαστικό
- 01 καθήκον, αρμοδιότητα, υπεύθυνος, υπάλληλος, γραμματέας
- 02 σύνδεση, σχέση
係員 かかりいん
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος, υπάλληλος, συνοδός
係長 かかりちょう
ουσιαστικό
- 01 προϊστάμενος τμήματος, υποδιευθυντής, αρχιυπάλληλος
係る かかる
ρήμα
- 01 είμαι έργο του, είμαι αποτέλεσμα του, εκτελούμαι από
- 02 αφορώ, επηρεάζω, εμπλέκω, σχετίζομαι με
係留 けいりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρυμνοδέτηση, αγκυροβόλιο
係数 けいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής
- 02 συντελεστής, παράγοντας, συντελεστής αναλογίας, μέτρο
係官 かかりかん
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος υπάλληλος
係累 けいるい
ουσιαστικό
- 01 εξαρτώμενα μέλη, οικογενειακά μέλη που οφείλει κάποιος να συντηρεί
- 02 βάρη, δεσμεύσεις που περιορίζουν κάποιον
係 がかり
επίθημα
- 01 αρμοδιότητα, καθήκον, υπεύθυνος, υπάλληλος, γραμματέας
係争 けいそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαμάχη, διένεξη, σύγκρουση, αντιπαράθεση
係り合い かかりあい
ουσιαστικό
- 01 σχέση, σύνδεση, ανάμειξη, μπλέξιμο, εμπλοκή (π.χ. σε ένα έγκλημα)
係船 けいせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρυμνοδέτηση πλοίου, προσδεδεμένο πλοίο
係り結び かかりむすび
ουσιαστικό
- 01 κακάρι μουσούμπι, συντακτικός κανόνας συμφωνίας μορίων και ρηματικών καταλήξεων στην κλασική ιαπωνική γλώσσα
係止 けいし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ασφάλιση, πρόσδεση
係助詞 かかりじょし
ουσιαστικό
- 01 συνδετικό μόριο (όπως το χα, το μο, το κοσο, το σικα), συνδετική λέξη, μόριο σύνδεσης
係属 けいぞく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνδεση, σχέση, συσχέτιση, υπαγωγή
- 02 εκκρεμοδικία
係合 けいごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνδεση στοιχείων ώστε να εμπλέκονται ή να γαντζώνονται μεταξύ τους (π.χ. ένας συμπλέκτης), εμπλοκή
係り受け かかりうけ
ουσιαστικό
- 01 συντακτική εξάρτηση
係留施設 けいりゅうしせつ
ουσιαστικό
- 01 εγκαταστάσεις πρόσδεσης, αγκυροβόλιο, λιμενική εγκατάσταση, θέση ελλιμενισμού
係争物 けいそうぶつ
ουσιαστικό
- 01 νομικό επίδικο αντικείμενο, υπό αμφισβήτηση θέμα, αντικείμενο συζήτησης, αμφισβητούμενο ζήτημα