11 αποτελέσματα για «促»
促す うながす N1
ρήμα
- 01 προτρέπω, ενθαρρύνω, πιέζω, παρακινώ, εφιστώ την προσοχή
- 02 τονώνω (π.χ. την ανάπτυξη), επισπεύδω (π.χ. την εξέλιξη), επιταχύνω, προωθώ
促進 そくしん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προώθηση, επιτάχυνση, ενθάρρυνση, διευκόλυνση, υποκίνηση
促成栽培 そくせいさいばい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρώιμη καλλιέργεια, τεχνητή επίσπευση της ανάπτυξης φυτών (μέσω ελέγχου της θερμότητας, του φωτός κ.λπ.)
促進剤 そくしんざい
ουσιαστικό
- 01 επιταχυντής, διεγερτικό
促成 そくせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προαγωγή της ανάπτυξης
促音 そくおん
ουσιαστικό
- 01 διπλό σύμφωνο (μικρό «τσου» στην ιαπωνική γλώσσα)
促迫 そくはく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γίνομαι επιτακτικός, γίνομαι οδυνηρός
促音便 そくおんびん
ουσιαστικό
- 01 φωνητική αλλαγή σοκούονμπιν (παραγωγή διπλού συμφώνου, κυρίως διπλού 'τ' από ριζικά φωνήεντα που λήγουν σε 'ι')
促進率 そくしんりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό επιτάχυνσης
促進薬 そくしんやく
ουσιαστικό
- 01 παράγοντας επιτάχυνσης, διεγερτικός παράγοντας, επιταχυντής
促
- 01 διεγείρω, τονώνω
- 02 προτρέπω, παροτρύνω
- 03 πιέζω
- 04 απαιτώ
- 05 υποκινώ, παρακινώ