127 αποτελέσματα για «個»

個人 こじん N3

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο, ιδιώτης, προσωπικός, ιδιωτικός
  2. 02 φυσικό πρόσωπο

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μετρητική λέξη για μικρά αντικείμενα ή κομμάτια
  2. 02 μετρητική λέξη για στρατιωτικές μονάδες
  3. 03 άτομο, ένα άτομο
  4. 04 μετρητική λέξη για χρόνια (διαφοράς ηλικίας), μετρητική λέξη για σχολικά έτη
個人的 こじんてき

επίθετο

  1. 01 προσωπικός, ατομικός, ιδιωτικός
個室 こしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικό δωμάτιο, δωμάτιο για ένα άτομο, προσωπικό δωμάτιο, ιδιωτικό δωμάτιο, ιδιωτικό διαμέρισμα
  2. 02 ιδιωτικό δωμάτιο (σε εστιατόριο κ.λπ.), ιδιωτική τραπεζαρία
  3. 03 καμπίνα (τουαλέτας)
個性 こせい N1

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικότητα, προσωπικότητα, ιδιαιτερότητα, ιδιορρυθμία, ιδιοσυγκρασία, χαρακτήρας, ατομικό χαρακτηριστικό
個別 こべつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεμονωμένος, ξεχωριστός, προσωπικός, κατά περίπτωση
個体 こたい N2

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο, ξεχωριστό δείγμα
個々 ここ N3

ουσιαστικό

  1. 01 μεμονωμένος, ένας προς έναν, ξεχωριστός, έκαστος
個人情報 こじんじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικά δεδομένα
個性的 こせいてき

επίθετο

  1. 01 ατομικός, χαρακτηριστικός, μοναδικός, ιδιόμορφος, προσωπικός, ιδιοσυγκρασιακός
個人差 こじんさ

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικές διαφορές, προσωπική ιδιοσυγκρασία
個目 こめ

άλλο

  1. 01 το νιοστό (αντικείμενο)
個々人 ここじん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε άτομο, κάθε πρόσωπο
個展 こてん

ουσιαστικό

  1. 01 ατομική έκθεση, έκθεση έργων ενός δημιουργού
個人戦 こじんせん

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικός αγώνας, μονός αγώνας
個々に ここに

επίρρημα

  1. 01 μεμονωμένα, ξεχωριστά
個体差 こたいさ

ουσιαστικό

  1. 01 ατομική διαφορά
個数 こすう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήθος αντικειμένων, αριθμός τεμαχίων, ποσότητα
個人主義 こじんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ατομικισμός
  2. 02 εγωισμός, ιδιοτέλεια
個人個人 こじんこじん

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο, ένας προς έναν