37 αποτελέσματα για «倒»
倒れる たおれる N4
ρήμα
- 01 πέφτω (κάτω, απότομα), καταρρέω, παθαίνω πτώση, ανατρέπομαι
- 02 καταστρέφομαι (σε κατάρρευση), καταρρέω, υποχωρώ, θρυμματίζομαι, υποκύπτω
- 03 μένω στο κρεβάτι (λόγω αρρώστιας), αρρωσταίνω, καταρρέω (π.χ. από υπερκόπωση)
- 04 πεθαίνω, σκοτώνομαι
- 05 πτωχεύω (για εταιρεία, τράπεζα κ.λπ.), αποτυγχάνω, καταρρέω, χρεοκοπώ
- 06 ηττώμαι (σε παιχνίδι), χάνω
- 07 πέφτω (για κυβέρνηση, δικτάτορα κ.λπ.), ανατρέπομαι
倒す たおす N3
ρήμα, άλλο
- 01 ρίχνω κάτω, γκρεμίζω, ανατρέπω, ξαπλώνω, γέρνω στο πλάι, ρίχνω (π.χ. ένα δέντρο), γέρνω πίσω (π.χ. ένα κάθισμα)
- 02 σκοτώνω, νικώ, κατατροπώνω
- 03 ανατρέπω (π.χ. κυβέρνηση), καταστρέφω
- 04 αφήνω απλήρωτο, απατώ
- 05 κάνω εντελώς, κάνω σχολαστικά, κάνω στο έπακρο
倒れこむ たおれこむ
ρήμα
- 01 καταρρέω, πέφτω, σωριάζομαι (πάνω σε)
倒れ伏す たおれふす
ρήμα
- 01 πέφτω μπρούμυτα, πέφτω κατάχαμα
倒壊 とうかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, κατάρρευση, κατάρρευση λόγω φθοράς
倒産 とうさん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πτώχευση (εταιρική), αφερεγγυότητα, εμπορική αποτυχία, επιχειρηματικό ναυάγιο
倒錯 とうさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαστροφή
- 02 αναστροφή
倒木 とうぼく
ουσιαστικό
- 01 πεσμένο δέντρο
倒れ だおれ
επίθημα
- 01 κάνω κάτι μέχρι να πτωχεύσω, πράττω κάτι μέχρι να καταστραφώ οικονομικά
- 02 διαψεύδω τη φήμη μου, αποτυγχάνω να ανταποκριθώ στην εμφάνισή μου, αποτυγχάνω (π.χ. ενός σχεδίου)
倒れ たおれ
ουσιαστικό
- 01 κατάρρευση, κατάπτωση, θάνατος
- 02 επισφαλής απαίτηση, ανείσπρακτο χρέος
倒幕 とうばく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανατροπή του σογκουνάτου
倒立 とうりつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατακόρυφο
倒れ掛かる たおれかかる
ρήμα
- 01 γέρνω επικίνδυνα προς τα πλάγια, πέφτω πάνω σε κάτι και στηρίζομαι σε αυτό
- 02 κοντεύω να καταρρεύσω, είμαι έτοιμος να πέσω, αρχίζω να πέφτω
倒置法 とうちほう
ουσιαστικό
- 01 αντιστροφή της σειράς των λέξεων σε μια πρόταση, αναστροφή
倒錯者 とうさくしゃ
ουσιαστικό
- 01 διεστραμμένος, αποκλίνων
倒叙 とうじょ
ουσιαστικό
- 01 αντίστροφη χρονολογική σειρά
倒幕運動 とうばくうんどう
ουσιαστικό
- 01 κίνημα ανατροπής του σογκουνάτου (μέσα 19ου αιώνα)
倒置 とうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναποδογύρισμα
- 02 αντιστροφή
倒影 とうえい
ουσιαστικό
- 01 αντανάκλαση
倒伏 とうふく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλάγιασμα των δημητριακών