8 αποτελέσματα για «倹»

倹約 けんやく N1

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 τσιγκουνιά, οικονομία, λιτότητα
倹約家 けんやくか

ουσιαστικό

  1. 01 φειδωλός άνθρωπος, οικονόμος, άτομο που κάνει οικονομία
けん

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομία, λιτότητα, σύνεση, εγκράτεια
倹約令 けんやくれい

ουσιαστικό

  1. 01 νόμοι περί ρύθμισης δαπανών, πολυτελείας διατάγματα, διάταγμα περί λιτότητας
倹しい つましい

επίθετο

  1. 01 φειδωλός, οικονόμος, λιτός
倹素 けんそ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός και λιτός
倹吝 けんりん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φιλάργυρος, τσιγκούνης
  1. 01 λιτός, οικονόμος, φειδωλός
  2. 02 οικονομία
  3. 03 φειδωλός, οικονόμος