47 αποτελέσματα για «停»
停止 ていし N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σταμάτημα, διακοπή, παύση, ακινησία
- 02 παύση (κίνησης, δραστηριότητας, κ.λπ.), αναστολή (λειτουργίας), διακοπή (π.χ. ηλεκτροδότησης), κόψιμο
- 03 αναστολή (πληρωμής, άδειας, κ.λπ.), (προσωρινή) απαγόρευση
- 04 αναστολή μουσικής, χορού, κ.λπ. σε ένδειξη πένθους για επιφανές πρόσωπο
停滞 ていたい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στασιμότητα, μπλοκάρισμα, ακινησία, συμφόρηση, καθυστέρηση, συσσώρευση, αθέτηση πληρωμών
停車 ていしゃ N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σταμάτημα (τρένου, αυτοκινήτου, κ.λπ.), στάση
停電 ていでん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διακοπή ρεύματος, διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος, μπλακάουτ
停戦 ていせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανακωχή, κατάπαυση του πυρός
停泊 ていはく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγκυροβολία, άραξη, πρόσδεση
停学 ていがく
ουσιαστικό
- 01 αποβολή από το σχολείο
停留所 ていりゅうじょ N3
ουσιαστικό
- 01 στάση (λεωφορείου, τραμ κ.λπ.), σταθμός, σημείο στάσης
停車場 ていしゃじょう
ουσιαστικό
- 01 σημείο στάσης (συμπεριλαμβανομένων σταθμών, σιδηροδρομικών αυλών, διασταυρώσεων κ.λπ.)
- 02 σιδηροδρομικός σταθμός
停船 ていせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακινητοποίηση πλοίου, κράτηση, καραντίνα
停学処分 ていがくしょぶん
ουσιαστικό
- 01 αποβολή από το σχολείο
停戦協定 ていせんきょうてい
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία κατάπαυσης του πυρός
停車駅 ていしゃえき
ουσιαστικό
- 01 στάση (σε δρομολόγιο τρένου)
停留場 ていりゅうじょう
ουσιαστικό
- 01 στάση (λεωφορείου, τραμ κ.λπ.)
停職 ていしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσωρινή παύση από τα καθήκοντα
停止信号 ていししんごう
ουσιαστικό
- 01 σήμα στάσης, φωτεινός σηματοδότης
停留 ていりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στάση, ακινητοποίηση
停戦合意 ていせんごうい
ουσιαστικό
- 01 συμφωνία κατάπαυσης του πυρός
停車時間 ていしゃじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος στάσης
停止期間 ていしきかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος εκτός λειτουργίας, περίοδος αναστολής