46 αποτελέσματα για «偶»

偶に たまに

επίρρημα

  1. 01 κάποιες φορές, πού και πού, αραιά και πού
偶然 ぐうぜん N3

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 σύμπτωση, τύχη, τυχαίο γεγονός, τυχαιότητα
  2. 02 τυχαία, απροσδόκητα
  3. 03 ενδεχόμενο, απρόβλεπτο
偶々 たまたま N3

επίρρημα

  1. 01 τυχαία, κατά σύμπτωση, συμπτωματικά, κατά τύχη (συμβαίνει να είμαι, να κάνω), απροσδόκητα, περιστασιακά
  2. 02 κατά διαστήματα, αραιά και πού, πού και πού
偶像 ぐうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 είδωλο, άγαλμα
偶発的 ぐうはつてき

επίθετο

  1. 01 τυχαίος, συμπτωματικός, περιστασιακός, συγκυριακός
偶然の一致 ぐうぜんのいっち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σύμπτωση
偶数 ぐうすう N2

ουσιαστικό

  1. 01 άρτιος αριθμός
偶然性 ぐうぜんせい

ουσιαστικό

  1. 01 τυπικότητα, τυχαιότητα, συμπτωματικότητα, απρόβλεπτο, ασυνάρτητη φύση
偶像崇拝 ぐうぞうすうはい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδωλολατρία, λατρεία ειδώλων
偶発 ぐうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξαφνική εκδήλωση, τυχαίος, συμπτωματικός
偶然にも ぐうぜんにも

επίρρημα

  1. 01 κατά τύχη, συμπωματικά, όπως τυχαίνει
偶像化 ぐうぞうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδωλοποίηση
偶さか たまさか

επίρρημα

  1. 01 συμπτωματικά, τυχαία, απρόσμενα, κατά λάθος, ακανόνιστα
  2. 02 σπάνια, ασυνήθιστα, αραιά, πού και πού
偶人 ぐうじん

ουσιαστικό

  1. 01 μαριονέτα, κούκλα
偶蹄目 ぐうていもく

ουσιαστικό

  1. 01 αρτιοδάκτυλα, τάξη που περιλαμβάνει τα αρτιοδάκτυλα οπληφόρα
偶有性 ぐうゆうせい

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαίο γεγονός, τυχαία ιδιότητα
偶像視 ぐうぞうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδωλοποίηση
偶発性 ぐうはつせい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδεχόμενο, απρόβλεπτο γεγονός
偶像破壊 ぐうぞうはかい

ουσιαστικό

  1. 01 εικονομαχία, καταστροφή ειδώλων
ぐう

ουσιαστικό

  1. 01 άρτιος αριθμός, ζυγός
  2. 02 σύζυγος, ταίρι