38 αποτελέσματα για «傍»

傍ら かたわら N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πλευρά, μεριά, άκρη, δίπλα, παραπλεύρως, κοντά
  2. 02 ενώ, παράλληλα, επιπλέον, εκτός από, ταυτόχρονα, συγχρόνως
傍目 はため

ουσιαστικό

  1. 01 οπτική γωνία εξωτερικού παρατηρητή, όπως φαίνεται από κάποιον απ' έξω
傍目 おかめ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατήρηση από το πλάι, παρατήρηση από έναν εξωτερικό παρατηρητή
傍から見る はたからみる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φαίνομαι από την οπτική γωνία ενός περαστικού
傍観 ぼうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρατηρώ, στέκομαι και κοιτάζω, κάθομαι και παρακολουθώ, παραμένω θεατής
傍若無人 ぼうじゃくぶじん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 συμπεριφέρομαι προκλητικά σαν να μην υπάρχει κανείς τριγύρω, ενεργώ χωρίς σεβασμό προς τους άλλους, αλαζονεία, αυθάδεια, αναίδεια
傍観者 ぼうかんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητής, περαστικός
傍受 ぼうじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχαίτιση, παρακολούθηση, υποκλοπή
傍らに かたわらに

επίρρημα

  1. 01 πλάι, κοντά
傍聴 ぼうちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολούθηση (διάλεξης, ακρόασης, συνεδρίασης κοινοβουλίου κ.λπ.), ακρόαση, παρουσία (χωρίς συμμετοχή), συμμετοχή ως παρατηρητής (π.χ. σε συνάντηση)
傍系 ぼうけい

ουσιαστικό

  1. 01 παράπλευρη συγγένεια, πλάγια γραμμή συγγένειας, συνδεδεμένος οργανισμός
  2. 02 σύνολο πλευράς
傍聴席 ぼうちょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρείο ακροατηρίου, θέσεις για το κοινό
傍流 ぼうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παραπόταμος, διακλάδωση ποταμού
  2. 02 κλάδος, παρακλάδι, κάτι που δεν αποτελεί την κύρια ροή, φατρία
傍らに寄る かたわらによる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραμερίζω
傍聴人 ぼうちょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 παρατηρητής, θεατής (π.χ. σε δικαστήριο), μέλος του κοινού, επισκέπτης, ακροατήριο, θεωρείο
傍証 ぼうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστηρικτικό αποδεικτικό στοιχείο, επιβεβαίωση
傍線 ぼうせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπογράμμιση, πλαϊνή γραμμή (αντίστοιχη της υπογράμμισης σε κείμενο γραμμένο καθέτως)
傍点 ぼうてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδια ή τελείες δίπλα σε μια λέξη για την ένδειξη τονισμού ή για να τραβήξουν την προσοχή του αναγνώστη, σημείο έμφασης
  2. 02 βοηθητικά σημάδια γραμμένα δίπλα σε κάντζι για να διευκολύνουν την ανάγνωση του κάνμπουν
傍人 ぼうじん

ουσιαστικό

  1. 01 παρευρισκόμενος
傍白 ぼうはく

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκήνιο (θεατρικός όρος)