かたわ

ουσιαστικό, επίρρημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλευρά, μεριά, άκρη, δίπλα, παραπλεύρως, κοντά
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ενώ, παράλληλα, επιπλέον, εκτός από, ταυτόχρονα, συγχρόνως

Παραδείγματα

  • かれわたし傍らかたわらすわった。

    Αυτός κάθισε δίπλα μου.

  • 彼女かのじょ本業ほんぎょう傍らかたわら、ボランティア活動かつどうせいしている。

    Εκτός από την κύρια δουλειά της, ασχολείται ενεργά και με εθελοντική εργασία.

  • 長年ながねん研究けんきゅう傍らかたわらかれ地域ちいき文化遺産ぶんかいさん保存活動ほぞんかつどうにも尽力じんりょくしてきた。

    Παράλληλα με την πολυετή του έρευνα, έχει αφοσιωθεί και στις προσπάθειες διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.