7 αποτελέσματα για «傑»

傑作 けっさく N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αριστούργημα, αριστοτέχνημα, σπουδαίο έργο
  2. 02 ξεκαρδιστικός (άθελά του), παράλογος (π.χ. μια γκάφα), γελοίος, εξωφρενικός, απίστευτος
傑物 けつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 σπουδαίος άνθρωπος, διακεκριμένη προσωπικότητα, εξέχουσα φυσιογνωμία, κολοσσός, άτομο υψηλού βεληνεκούς
傑出 けっしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είμαι εξέχων, υπερέχω, βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή
けつ

άλλο

  1. 01 η κορυφή (π.χ. οι δέκα κορυφαίοι), το καλύτερο
傑人 けつじん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαίρετο άτομο, διακεκριμένο πρόσωπο, άνθρωπος υψηλού επιπέδου
傑士 けっし

ουσιαστικό

  1. 01 σπουδαίος άνθρωπος, ήρωας, εξέχουσα προσωπικότητα, διακεκριμένο άτομο
  1. 01 μεγαλοσύνη, μεγαλείο
  2. 02 αριστεία, εξοχότητα