27 αποτελέσματα για «働»
働く はたらく N5
ρήμα
- 01 εργάζομαι, δουλεύω
- 02 λειτουργώ, δουλεύω, έχω αποτέλεσμα, ενεργώ
- 03 διαπράττω (π.χ. έγκλημα), κάνω, ενεργώ, ασκώ
- 04 κλίνομαι (ως ρήμα)
働き はたらき N3
ουσιαστικό
- 01 εργασία, δουλειά, μόχθος
- 02 επίτευγμα, απόδοση, ικανότητα, ταλέντο
- 03 μισθός, εισόδημα, αποδοχές
- 04 δράση, δραστηριότητα, λειτουργία, ενέργεια, κίνηση
- 05 κλίση
働きかける はたらきかける
ρήμα
- 01 ασκώ πίεση σε κάποιον, απευθύνομαι σε κάποιον, επιδιώκω ενέργεια από κάποιον, επηρεάζω κάποιον
- 02 αρχίζω να εργάζομαι
働き者 はたらきもの
ουσιαστικό
- 01 εργατικός άνθρωπος, εργαζόμενος
働かす はたらかす
ρήμα
- 01 βάζω κάποιον να εργαστεί, αναγκάζω κάποιον να δουλέψει
働き続ける はたらきつづける
ρήμα
- 01 συνεχίζω να εργάζομαι, εργάζομαι ακατάπαυστα
働き口 はたらきぐち
ουσιαστικό
- 01 θέση εργασίας, δουλειά, απασχόληση, κενή θέση
働きかけ はたらきかけ
ουσιαστικό
- 01 πίεση, ενθάρρυνση, παρότρυνση, προώθηση
働き手 はたらきて
ουσιαστικό
- 01 εργαζόμενος, άνθρωπος που συντηρεί την οικογένεια, υποστηρικτής
- 02 ικανό άτομο, ικανός άνδρας, παραγωγικός εργαζόμενος
働き方 はたらきかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος εργασίας
働きすぎる はたらきすぎる
ρήμα
- 01 υπερεργάζομαι
働きづめ はたらきづめ
ουσιαστικό
- 01 ακατάπαυστη εργασία, ασταμάτητη δουλειά
働き出す はたらきだす
ρήμα
- 01 ξεκινώ να εργάζομαι, αναλαμβάνω δράση
働き盛り はたらきざかり
ουσιαστικό
- 01 ακμή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας
働かざる者食うべからず はたらかざるものくうべからず
άλλο
- 01 όποιος δεν εργάζεται δεν πρέπει να τρώει, χωρίς εργασία δεν υπάρχει ανταμοιβή
働きアリ はたらきあり
ουσιαστικό
- 01 εργάτρια μυρμήγκι
- 02 εργατικός άνθρωπος
働き蜂 はたらきばち
ουσιαστικό
- 01 εργάτρια μέλισσα
- 02 εργατικός άνθρωπος
働き通す はたらきとおす
ρήμα
- 01 εργάζομαι ακατάπαυστα χωρίς διακοπή
働き振り はたらきぶり
ουσιαστικό
- 01 τρόπος εργασίας, εκτέλεση καθηκόντων
働き通しで はたらきとおしで
άλλο
- 01 δουλεύοντας ασταμάτητα