6 αποτελέσματα για «儘»

まま

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όπως είναι, παραμένοντας (σε μια κατάσταση), διατηρώντας (το ίδιο), αφήνοντας (αμετάβλητο)
  2. 02 με (π.χ. τα μάτια κλειστά, το φως αναμμένο), ενώ (π.χ. όρθιος, ζωντανός), όπως
  3. 03 όπως (θέλει κανείς, του λέγεται, κ.λπ.), σύμφωνα με
  4. 04 όπως ακριβώς
儘に ままに

άλλο

  1. 01 κατά βούληση, όπως θέλει κάποιος, όπως του λένε, όπου (π.χ. όπου τον βγάλουν τα πόδια του), σύμφωνα με
儘ならない ままならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανίκανος να κάνω κάτι (όπως επιθυμώ), ικανός να κάνω κάτι μόνο με μεγάλη προσπάθεια, σχεδόν ακατόρθωτο, πέρα από τον έλεγχό μου, όχι πάντα όπως επιθυμώ, δεν πηγαίνει όπως το θέλω
儘ならぬ ままならぬ

άλλο

  1. 01 ανίκανος (να πράξει όπως επιθυμεί), ικανός μόνο με μεγάλη προσπάθεια, σχεδόν ακατόρθωτος, ανεξέλεγκτος, μη εξελισσόμενος πάντα σύμφωνα με τις επιθυμίες, μη πηγαίνοντας όπως κάποιος θα ήθελε
儘よ ままよ

επιφώνημα

  1. 01 ό,τι γίνει, δεν πειράζει, δεν με νοιάζει, στον διάολο
  1. 01 όπως είναι
  2. 02 επειδή