9 αποτελέσματα για «償»

償う つぐなう

ρήμα

  1. 01 αποζημιώνω, επανορθώνω, αναπληρώνω, εξιλεώνομαι (π.χ. για ένα σφάλμα)
償い つぐない

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση, επανόρθωση, εξιλέωση
償還 しょうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπληρωμή, εξαγορά, απόσβεση
償却 しょうきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόφληση, αποπληρωμή
  2. 02 απόσβεση
  3. 03 απόσβεση
償金 しょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση, εξιλέωση
償還期間 しょうかんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος εξαγοράς, διάρκεια αποπληρωμής
償還義務者 しょうかんぎむしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εγγυητής (πληρωμής)
償却資産 しょうきゃくしさん

ουσιαστικό

  1. 01 αποσβέσιμα περιουσιακά στοιχεία, πάγια στοιχεία προς απόσβεση
  1. 01 αποζημίωση
  2. 02 αναπληρώνω
  3. 03 αποζημίωση, ανταμοιβή
  4. 04 εξαγοράζω