33 αποτελέσματα για «充»

充実 じゅうじつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληρότητα, ολοκλήρωση, τελειότητα, ουσιαστικότητα
  2. 02 αναβάθμιση, βελτίωση, εμπλουτισμός
  3. 03 αναπλήρωση, πλήρωση
充満 じゅうまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρωση, κατάκλυση, διαπότιση
充電 じゅうでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόρτιση
  2. 02 αναπληρώνω τις δυνάμεις μου (π.χ. παίρνοντας έναν υπνάκο), αναπληρώνω την ενέργειά μου
充血 じゅうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφόρηση (αίματος), υπεραιμία
充てる あてる

ρήμα

  1. 01 εκχωρώ, διαθέτω, αφιερώνω
充実感 じゅうじつかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα πληρότητας, αίσθημα ολοκλήρωσης, αίσθημα επίτευξης, αίσθημα ικανοποίησης
充填 じゅうてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γέμισμα, αναπλήρωση, σφράγισμα (δοντιού), γέμιση (όπλου με πυρομαχικά, κάμερας με φιλμ κ.λπ.), πακετάρισμα, τάπωμα
充足感 じゅうそくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα πληρότητας, αίσθημα επάρκειας, αίσθημα ικανοποίησης
充足 じゅうそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επάρκεια
充電器 じゅうでんき

ουσιαστικό

  1. 01 φορτιστής (μπαταρίας), τροφοδοτικό εναλλασσόμενου ρεύματος
充溢 じゅういつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερχείλιση, αφθονία, πληθωρικότητα
充電期間 じゅうでんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος φόρτισης, χρόνος που απαιτείται για τη φόρτιση μιας μπαταρίας
  2. 02 περίοδος αναπλήρωσης δυνάμεων (μεταφορικά), περίοδος ανάπαυσης και προετοιμασίας
充当 じゅうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανομή, διάθεση
充電式 じゅうでんしき

ουσιαστικό

  1. 01 επαναφορτιζόμενος
充電池 じゅうでんち

ουσιαστικό

  1. 01 επαναφορτιζόμενη μπαταρία
充用 じゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποδέσμευση για, δέσμευση κονδυλίων για
充電スタンド じゅうでんスタンド

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός φόρτισης (για ηλεκτρικά οχήματα), βάση φόρτισης (για κινητά τηλέφωνα, tablet κ.λπ.)
充填剤 じゅうてんざい

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωτικό υλικό (για την κατασκευή πλαστικού, καουτσούκ κ.λπ.)
充足理由律 じゅうそくりゆうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή του αποχρώντος λόγου
充塞 じゅうそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βουλώνω, γεμίζω εντελώς, το να είναι κάτι γεμάτο, φραγμένος