37 αποτελέσματα για «冗»
冗談 じょうだん N3
ουσιαστικό
- 01 αστείο, ανέκδοτο, πλάκα, πείραγμα
冗談じゃない じょうだんじゃない
άλλο
- 01 δεν είναι αστείο, πλάκα κάνεις!
冗談めかして じょうだんめかして
άλλο, επίρρημα
- 01 αστειευόμενος, με χιουμοριστικό τρόπο
冗談抜きで じょうだんぬきで
άλλο
- 01 σοβαρά, χωρίς πλάκα, αφήνοντας κατά μέρος τα αστεία, με όλη τη σοβαρότητα
冗談半分 じょうだんはんぶん
ουσιαστικό
- 01 σοβαροφανώς, για αστείο, κάπως ειρωνικά
冗談が過ぎる じょうだんがすぎる
άλλο, ρήμα
- 01 το παρακάνω με την πλάκα
冗長 じょうちょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πλατειαστικός, φλύαρος, πολυλογάς, μακροσκελής, περιττολογικός
- 02 πλεονασμός, περιττολογία
冗句 じょうく
ουσιαστικό
- 01 περιττή φράση
- 02 αστείο
冗 じょう
ουσιαστικό
- 01 σπατάλη, αχρηστία, πλεονασμός
冗談を飛ばす じょうだんをとばす
άλλο, ρήμα
- 01 πετάω μια ατάκα, λέω ένα αστείο
冗長性 じょうちょうせい
ουσιαστικό
- 01 πλεονασμός, περιττότητα
冗談口 じょうだんぐち
ουσιαστικό
- 01 αστείο, αστείο, πείραγμα
冗談事 じょうだんごと
ουσιαστικό
- 01 αστείο, χιουμοριστική κατάσταση
冗漫 じょうまん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 λογοδιάρροια, φλυαρία
冗長化 じょうちょうか
ουσιαστικό
- 01 πλεονασμός, δημιουργία πλεονασμού (δηλαδή, καθιστώ κάτι πλεονασματικό ή εφεδρικό)
冗費 じょうひ
ουσιαστικό
- 01 περιττά έξοδα
冗談気味 じょうだんぎみ
ουσιαστικό
- 01 ημισοβαρός, με διάθεση για αστεϊσμό, κάπως χιουμοριστικός
冗談に紛らす じょうだんにまぎらす
άλλο, ρήμα
- 01 παρουσιάζω κάτι ως αστείο
冗語 じょうご
ουσιαστικό
- 01 λογοδιάρροια, πολυλογία, ταυτολογία, φλυαρία, κουβεντολόι, περιττή ομιλία
冗官 じょうかん
ουσιαστικό
- 01 υπεράριθμος αξιωματούχος